Πολλοί συγχέουν την αρτηριοσκλήρυνση με την αθηροσκλήρωση. Η αρτηριοσκλήρυνση δεν είναι τίποτα άλλο από απώλεια της ελαστικότητας των αρτηριών. Οι αρτηρίες γίνονται πιο ανελαστικές, με αποτέλεσμα να αυξάνει η αρτηριακή πίεση.

Όμως, η αθηροσκλήρωση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η αθηροσκλήρωση αφορά ανάπτυξη βλαβών στο τοίχωμα των αρτηριών που ονομάζονται αθηρώματα.

Δηλαδή εμφανίζονται στο τοίχωμα των αρτηριών αθηρωματικές πλάκες που ο πυρήνας τους αποτελείται κυρίως από οξειδωμένη LDL χοληστερίνη με εναπόθεση ασβεστίου. Οι πλάκες αυτές περιβάλλονται από κάψα ινώδους ιστού, προοδευτικά μεγαλώνουν και στενεύουν σιγά-σιγά τις αρτηρίες ή αδυνατίζουν το τοίχωμά τους με αποτέλεσμα οι αρτηρίες να διατείνονται και να δημιουργούν ανευρύσματα.

Εάν η αθηροσκλήρωση αφεθεί στην τύχη της κάποια στιγμή θα προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο ή ρήξη ανευρύσματος των αρτηριών ή και θρόμβωση των αρτηριών. Για τους λόγους αυτούς η αθηροσκλήρωση θεωρείται ο βασικότερος παράγοντας που σκοτώνει σήμερα τον σύγχρονο άνθρωπο.

Πώς όμως μπορούμε σήμερα να διαγνώσουμε την παρουσία της αθηροσκλήρωσης και την εξέλιξή της;

Η αθηροσκλήρωση αρχίζει από την εφηβική ηλικία ή την ενηλικίωση υπό μορφή αλλοιώσεων του εσωτερικού χιτώνα των αρτηριών. Στην πράξη η αθηροσκλήρωση διαγιγνώσκεται όταν δημιουργήσει στενώσεις των αρτηριών ή ανευρύσματα με τη βοήθεια των απεικονιστικών μεθόδων μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχουν η αγγειογραφία, η αξονική τομογραφία, η μαγνητική τομογραφία, καθώς και το ηχωκαρδιογράφημα (υπερηχοκαρδιογράφημα).

Με το υπερηχογράφημα μάλιστα των καρωτίδων μπορούμε να απεικονίσουμε τις αθηρωματικές πλάκες προτού προκαλέσουν στένωση της αρτηρίας.

Όμως οι επιπλοκές της φοβερής αυτής πάθησης είναι δύσκολο να προβλεφθούν με οποιαδήποτε απεικονιστική μέθοδο. Δεν μπορεί π.χ. ακόμα και η στεφανιογραφία που απεικονίζει τις στενώσεις των στεφανιαίαων αρτηριών (βουλώματα) να προβλέψει το πότε θα δημιουργηθεί το έμφραγμα.

‘Εστω και εάν απεικονίσουμε με ενδοαγγειακό υπερηχογράφημα ή ειδική τομογραφία το πάχος της κάψας που περιβάλλει την αθηρωματική πλάκα και πάλι αδυνατούμε να προσδιορίσουμε τον ακριβή χρόνο που θα επέλθει η καταστροφική για τη ζωή του αρρώστου επιπλοκή.

Εν τούτοις αναπτύχθηκε συγκεκριμένη στρατηγική με βάση την οποία μπορούμε να πιθανολογήσουμε στο περίπου πότε θα εκδηλωθεί ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή ένα εγκεφαλικό επεισόδιο με βάση την παθοφυσιολογία της αθηρωματικής πλάκας.

Οι αθηρωματικές πλάκες συνήθως διηθούνται από φλεγμονώδη κύτταρα με αποτέλεσμα να αδυνατίζει η ινώδης κάψα και κάποια στιγμή να σπάσει και να δημιουργηθεί θρόμβος, ο οποίος φράζει την αρτηρία απότομα και δημιουργεί το έμφραγμα ή το εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η διαδικασία της φλεγμονής σηματοδοτείται από παραγωγή ειδικών πρωτεϊνών και των αντισωμάτων τους που κυκλοφορούν στο αίμα. Έτσι εάν ανιχνεύουμε τις ουσίες αυτές μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι επέρχεται ένα καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Το test CVD σηματοδοτεί την ύπαρξη αθηροσκλήρωσης και κατά συνέπεια υποδηλώνει εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης.

Η C αντιδρώσα πρωτεΐνη (hs CRP) σε τιμές υψηλότερες του 1mg% υποδηλώνει την ύπαρξη φλεγμονής. Όμως δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκη ύπαρξη φλεγμονής στο τοίχωμα των αγγείων αλλά φλεγμονή σε οποιοδήποτε όργανο του οργανισμού. Έτσι όταν οι τιμές της C αντιδρώσας πρωτεΐνης παραμένουν υψηλές μπορεί ο ιατρός να πιθανολογήσει ύπαρξη φλεγμονής στο τοίχωμα των αρτηριών όταν αποκλείσει την ύπαρξη φλεγμονής σε άλλα όργανα.

Στις περιπτώσεις αυτές σημαντική βοήθεια παρέχουν οι τιμές του Plac test. To Plac test σηματοδοτεί την ύπαρξη φλεγμονής στο τοίχωμα των αρτηριών. Τιμές Plac test υψηλότερες του 200mg% θεωρούνται ενδεικτικές ύπαρξης φλεγμονής στο τοίχωμα των αρτηριών.

Κατά συνέπεια η ανάδειξη με οποιαδήποτε απεικονιστική μέθοδο ύπαρξης στενωτικών ή ανευρυσματικών βλαβών στο τοίχωμα των αρτηριών καθιστά αναγκαία την παρακολούθηση του αρρώστου με ποσοτική ανίχνευση των δεικτών της φλεγμονής στο αίμα.

Έτσι, με βάση την ενδελεχή και στενή παρακολούθηση του αρρώστου μπορούμε σήμερα να προσβλέπουμε σε αισιόδοξη αντιμετώπιση του αρρώστου που παλαιότερα εθεωρείτο αδιανόητη.