Οι καρωτίδες είναι δύο βασικές αρτηρίες που φέρνουν το αίμα στον εγκέφαλο. Μπορεί κάποιος εάν θέλει να τις ψηλαφίσει στα πλάγια του λαιμού. Ποια μυστικά όμως κρύβουν αυτές οι δύο βασικές αρτηρίες; Το τοίχωμα των αρτηριών αυτών απεικονίζει το τι γίνεται στις υπόλοιπες αρτηρίες όλου του σώματος και φυσικά τις στεφανιαίες αρτηρίες της καρδιάς.

Όταν αρχίζει να παχαίνει ο εσωτερικός χιτώνας της αρτηρίας και ειδικότερα το ενδοθήλιο, τότε αυτό σηματοδοτεί ότι η νόσος που λέγεται αθηροσκλήρωση αρχίζει να προσβάλλει όλες τις αρτηρίες του σώματος σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε περιοχή.

Δηλαδή είναι διαφορετική η προσβολή των αρτηριών του εγκεφάλου σε σχέση με τις αρτηρίες της καρδιάς ή των ποδιών. Όμως το μήνυμα ότι αρχίζει η αθηροσκλήρωση είναι σαφές, οπότε θα πρέπει να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά όλοι οι παράγοντες κινδύνου.

Το κάπνισμα, η υπερχοληστεριαιμία, τα τριγλυκερίδια, η παχυσαρκία η υπέρταση, ο διαβήτης κλπ. Εάν μάλιστα διαπιστώνεται ότι αρχίζουν να δημιουργούνται πάνω στα τοιχώματα των καρωτίδων αθηροσκληρωτικές πλάκες τότε η αθηροσκλήρωση προχωρεί.

Τοπικά οι στενώσεις (βουλώματα) των καρωτίδων δεν δημιουργούν ιδιαίτερο πρόβλημα. Είναι δυνατόν να στενέψουν τόσο πολύ, ακόμα και να κλείσουν 100% και οι δύο καρωτίδες χωρίς να δημιουργηθεί κανένα απολύτως πρόβλημα στη λειτουργία του εγκεφάλου.

Αντίθετα και μία ασήμαντη μικρή στένωση (βούλωμα) στις καρωτίδες μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι μικρές στενώσεις κατά κανόνα είναι αυτές που όταν σπάσουν δημιουργούν θρόμβους που βομβαρδίζουν τον εγκέφαλο και δημιουργούν εμβολικά εγκεφαλικά επεισόδια.

Κατά συνέπεια είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γνωρίζουμε όχι το βαθμό των στενώσεων, αλλά το εάν οι αθηρωματικές πλάκες έχουν εξελκώσεις ή τοπικούς θρόμβους πάνω στην αθηρωματική πλάκα οπότε τότε η επέμβαση πρέπει να είναι όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και άμεση.

Η κλασική επέμβαση είναι η εγχείρηση κατά την οποία ανοίγεται η αρτηρία και αφαιρείται το αθήρωμα και ο θρόμβος. Όμως τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ειδική τεχνική ανάλογη της αγγειοπλαστικής των στεφανιαίων αρτηριών (μπαλονάκι) με την οποία χωρίς εγχείρηση, με καθετήρα μπορεί να τοποθετηθεί stent στις στενώσεις των καρωτίδων.

Έχουν δημοσιευθεί πολλές μελέτες με αντικρουόμενα συμπεράσματα. Όμως τελευταία δημοσιεύθηκε μία μεγάλη πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη στο ‘New England Journal of Medicine’. Εκείνο που παρατηρήθηκε σε αυτή την μελέτη που περιελάμβανε 2.502 αρρώστους ήταν ότι δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά τα εγκεφαλικά επεισόδια, τα εμφράγματα του μυοκαρδίου και τους θανάτους (6,4% για τους αρρώστους που τους εμφυτεύθηκε stent και 4,7% για εκείνους που υποβλήθηκαν σε εγχείρηση).

Η διαφορά αυτή δεν θεωρείται στατιστικά σημαντική ύστερα από λεπτομερή στατιστική ανάλυση. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα εγκεφαλικά επεισόδια κατά την περιεγχειρητική περίοδο ήταν περισσότερα στην ομάδα του stent, ενώ τα εμφράγματα του μυοκαρδίου ήταν περισσότερα στους αρρώστους που είχαν χειρουργηθεί.

Με βάση την αποκτηθείσα πείρα σήμερα φαίνεται ότι οι άρρωστοι με πολλαπλά προβλήματα υγείας που έχουν συμπτωματική στένωση των καρωτίδων, θα πρέπει να αποφεύγουν την εγχείρηση. Αντίθετα, η εγχείρηση είναι απόλυτα ενδεδειγμένη στους αρρώστους που αντιμετωπίζουν κυρίως πρόβλημα συμπτωματικής στενώσεως των καρωτίδων.

Οπωσδήποτε όμως η εμφύτευση των stents στις καρωτίδες κερδίζει συνεχώς έδαφος. Οι θρομβώσεις των stents των καρωτίδων είναι μικρότερης σημασίας σε σχέση με τις θρομβώσεις των stents στις στεφανιαίες αρτηρίες της καρδιάς, γιατί οι καρωτίδες είναι μεγαλύτερες αρτηρίες σε διάμετρο.

Συμπερασματικά, οι στενώσεις των καρωτίδων που δεν εκδηλώνονται με συμπτώματα αλλά είναι αποτέλεσμα τυχαίου ευρήματος απεικονιστικών μεθόδων, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται συντηρητικά μέσα στο πλαίσιο της αθηροσκληρωτικής νόσου.

Αντίθετα εάν το υπερηχοκαρδιογράφημα, η μαγνητική ή αξονική τομογραφία αναδείξουν ακόμα και μικρότερες σε μέγεθος στενώσεις με ανώμαλη, εξελκόμενη επιφάνεια, οι στενώσεις αυτές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται επεμβατικά.