Η αρτηριακή πίεση είναι η πίεση που έχει το αίμα μέσα στις αρτηρίες. Εκφράζεται με δύο αριθμούς, π.χ. 12 και 8. Οι αριθμοί αυτοί αντιστοιχούν σε 120 και 80 mmHg, που αποτελεί τη διεθνή μονάδα μέτρησης της πίεσης. Ο μεγαλύτερος αριθμός αντιστοιχεί στην πίεση του αίματος στις αρτηρίες, όταν η καρδιά συστέλλεται και αδειάζει το αίμα. Η πίεση αυτή ονομάζεται συστολική πίεση. Ο δεύτερος αριθμός αντιστοιχεί στην πίεση του αίματος όταν η καρδιά διαστέλλεται και ξαναγεμίζει με αίμα και ονομάζεται διαστολική πίεση.

Η υπέρταση είναι μια κατάσταση στην οποία η αρτηριακή πίεση είναι αυξημένη. Ένα άτομο θεωρείται υπερτασικό όταν η συστολική του πίεση είναι πάνω από 16 και η διαστολική του πίεση πάνω από 9 1/2. Και το ένα από τα δύο να συμβαίνει, πάλι το άτομο θα χαρακτηρισθεί ως υπερτασικό. Όταν η συστολική πίεση κυμαίνεται στα επίπεδα των 14 με 16 και η διαστολική στα επίπεδα των 8 1/2 - 9 1/2 η πίεση θεωρείται οριακή. Κάτω από αυτά τα επίπεδα η αρτηριακή πίεση είναι φυσιολογική.
Η υπέρταση αποτελεί ένα σημαντικό κίνδυνο για την υγεία. Από την υπέρταση κινδυνεύουν κυρίως η καρδιά, ο εγκέφαλος και τα νεφρά. Η λειτουργία της καρδιάς δυσκολεύεται στα άτομα εκείνα που έχουν υψηλή πίεση, με αποτέλεσμα την κόπωση του ζωτικού αυτού οργάνου, και την εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας. Επίσης η υψηλή πίεση ευνοεί την εναπόθεση λίπους στα τοιχώματα των στεφανιαίων αγγείων, που αιματώνουν την καρδιά.

Έτσι αυξάνει ο κίνδυνος στεφανιαίας νόσου και εμφράγματος. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιοπάθειας σε άτομα με αρτηριακή πίεση πάνω από 160 mmHg είναι 2,3 φορές μεγαλύτερος, απ' ότι σε άτομα με αρτηριακή πίεση κάτω από 140mmHg. H βλάβη που προκαλείται στα αγγεία του εγκεφάλου μπορεί να γίνει η αιτία ενός εγκεφαλικού επεισοδίου ή μιας σταδιακής καταστροφής των κυττάρων του εγκεφάλου με πολύ σημαντικές συνέπειες για τη σωματική και ψυχική υγεία.
Η υπέρταση μπορεί επίσης να προκαλέσει και βλάβη στις νεφρικές αρτηρίες, με συνέπεια τη σταδιακή καταστροφή των νεφρών και τη νεφρική ανεπάρκεια. Υπάρχουν παράγοντες που δημιουργούν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσει ένα άτομο υπέρταση. Οι παράγοντες αυτοί είναι η παχυσαρκία, η αυξημένη κατανάλωση αλατιού, το αλκοόλ, η καθιστική ζωή, καθώς και η κληρονομικότητα. Επίσης ο κίνδυνος της υπέρτασης αυξάνει με την ηλικία και ιδίως μετά τα 50 χρόνια.

Mε εξαίρεση λοιπόν την ηλικία και την κληρονομικότητα, τους υπόλοιπους παράγοντες μπορούμε να τους ελέγξουμε σχετικά εύκολα, και έτσι να προλάβουμε την εμφάνιση της υπέρτασης. Παρ' όλα όσα νομίζει ο περισσότερος κόσμος, η υπέρταση συνήθως δεν έχει συμπτώματα. Την ανακαλύπτουμε συχνά μετά από μετρήσεις που έγιναν τυχαία. Μερικές φορές πάντως μπορεί να υπάρχουν κάποια συμπτώματα, όπως βούισμα στα αυτιά, πρωινοί πονοκέφαλοι, ζαλάδες κλπ. Συνήθως όμως τέτοια συμπτώματα είναι άσχετα με την υπέρταση και μπορεί να οφείλονται σε άλλους λόγους.

Εχει μεγάλη σημασία λοιπόν να μετράμε τακτικά την πίεση μας ανεξάρτητα από την παρουσία συμπτωμάτων. Μετά την ηλικία των 30 ετών, όλοι πρέπει να μετράμε την πίεση μας τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Η έγκαιρη διάγνωση της υπέρτασης έχει μεγάλη σημασία. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται σε ένα άτομο υψηλή αρτηριακή πίεση, έχει μεγάλη σημασία η επαναφορά και διατήρηση της πίεσης στα φυσιολογικά επίπεδα.

Η θεραπεία της υπέρτασης έχει σαν στόχο να φέρει την αρτηριακή πίεση στα φυσιολογικά επίπεδα μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο των επιπλοκών. Αυτό γίνεται συνήθως σχετικά εύκολα εάν ακολουθήσουμε την σωστή αγωγή. Ο στόχος μας είναι ο περιορισμός της αρτηριακής πίεσης σε επίπεδα κάτω από 14 για τη συστολική και κάτω από 9 για τη διαστολική. Υπάρχουν δύο τύποι αντιυπερτασικής αγωγής, η φαρμακευτική και η μη φαρμακευτική.

Η μη φαρμακευτική συνίσταται κυρίως σε κατάλληλη δίαιτα η οποία δεν περιλαμβάνει καθόλου αλάτι, στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, τη μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ και την αύξηση της σωματικής άσκησης. Σε ότι αφορά την φαρμακευτική αγωγή, η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου και της σωστής δοσολογίας πρέπει να γίνεται πάντοτε από το γιατρό.

Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να εφαρμόζεται σταθερά και να μην αλλάζει ή να διακόπτεται χωρίς ιατρική συμβουλή. Τέλος, τα υπερτασικά άτομα θα πρέπει να ελέγχουν τη χοληστερίνη και το σάκχαρο αίματος και να μη καπνίζουν, μια που οι παράγοντες αυτοί επιδεινώνουν σημαντικά τις συνέπειες της υπέρτασης.