Με τον όρο επεμβατική καρδιολογία εννοούμε την αγγειοπλαστική, το γνωστό σε όλους μας "μπαλονάκι" και τις παραλλαγές του, καθώς και αρκετές άλλες επεμβάσεις, λιγότερο γνωστές. Στην τελευταία κατηγορία συγκαταλέγονται, εκτός των άλλων, οι επεμβάσεις που γίνονται με σκοπό την καταστροφή μίας εστίας που προκαλεί αρρυθμίες και παλαιότερα απαιτούσαν πολύπλοκες χειρουργικές επεμβάσεις.

Σήμερα, με τη βοήθεια ειδικών καθετήρων που εισάγονται στην καρδιά με τοπική αναισθησία, είναι δυνατόν με υψίσυχνο ρεύμα να καυτηριάσουμε την αρρυθμιογόνο εστία και ο ασθενής να φύγει την επομένη μέρα από το νοσοκομείο υγιής . Η επέμβαση αυτή είναι γνωστή με τον ξένο όρο ablation. Εκτός αυτού ο επεμβατικός καρδιολόγος είναι σε θέση να διορθώσει συγγενείς ανωμαλίες, παθήσεις της καρδιάς δηλαδή που υπάρχουν από την ώρα της γέννησης. Έτσι ένα μικρό παιδί είναι δυνατόν, για λίγες τουλάχιστον παθήσεις, να αποφύγει τη δυσάρεστη και τραυματική εμπειρία του χειρουργείου και να λύσει το πρόβλημά του απλά και χωρίς την καρδιοχειρουργική τομή που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή.

Μια άλλη επέμβαση που διενεργεί σήμερα ο επεμβατικός καρδιολόγος είναι η βαλβιδοπλαστική δηλαδή η διάνοιξη μιάς στενωμένης καρδιακής βαλβίδας με μπαλόνι αντικαθιστώντας μια καρδιοχειρουργική επέμβαση, με ότι αυτή συνεπάγεται , με μια επέμβαση με τοπική αναισθησία στο αιμοδυναμικό εργαστήριο. Η χώρα μας μάλιστα πρωτοπορεί στο συγκεκριμένο θέμα αφού στην Ελλάδα και ειδικότερα στην πανεπιστημιακή καρδιολογική κλινική του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου, που διευθύνει ο καθηγητής ο κ Π. Τούτουζας, αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε μια μέθοδος για τη διάνοιξη της μιτροειδούς βαλβίδος από τον κύριο Στεφανάδη και την ερευνητική του ομάδα. Η μέθοδος αυτή συγκεντρώνει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των υπολοίπων και ήδη εφαρμόζεται και σε χώρες του εξωτερικού με πολύ καλά αποτελέσματα.
Είναι γνωστή σε όλους μας η εμφύτευση βηματοδοτών που γίνεται εδώ και πολλά χρόνια σε πλήθος καρδιολογικών κλινικών. Αυτό που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι ότι σήμερα ο επεμβατικός καρδιολόγος είναι σε θέση με αρκετά απλό αλλά αξιόπιστο τρόπο να εμφυτεύει συσκευές περισσότερο πολύπλοκες όπως είναι οι απινιδωτές. Ο απινιδωτής είναι μία αρκετά πολύπλοκη συσκευή που σε περίπτωση κοιλιακής μαρμαρυγής, που είναι μία θανατηφόρος αρρυθμία, είναι σε θέση να την αναγνωρίσει και αυτόματα να κάνει ηλεκτρική απινίδωση της καρδιάς. Το αποτέλεσμα είναι αντί θανάτου ο ασθενής να νιώσει ένα ισχυρό χτύπημα στο στήθος αλλά να παραμείνει ζωντανός.

Πρακτικά όμως ο όρος επεμβατική καρδιολογία τείνει να ταυτισθεί σήμερα με την αγγειοπλαστική και τα παρακλάδια της. Έχουν περάσει είκοσι δύο χρόνια από το Σεπτέμβριο του 1977, όταν ο Andreas Gruentzig διενήργησε την πρώτη αγγειοπλαστική. Ο πρώτος αυτός ασθενής είναι σήμερα πολύ καλά σε αντίθεση με το γιατρό του ο οποίος έπεσε θύμα ατυχήματος και εγκατέλειψε τα εγκόσμια. Στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν, από την πρώτη αγγειοπλαστική, πολλά πράγματα άλλαξαν. Οι ενδείξεις της αγγειοπλαστικής διευρύνθηκαν, οι εναλλακτικές προσεγγίσεις πέραν της κλασικής αγγειοπλαστικής με μπαλόνι αυξήθηκαν και η αγγειοπλαστική στην οξεία φάση του εμφράγματος τείνει να γίνει επέμβαση ρουτίνας. Η αγγειοπλαστική είναι πλέον μία εδραιωμένη μέθοδος αντιμετώπισης της στεφανιαίας νόσου και η θέση της στη σύγχρονη καρδιολογία δεν φαίνεται να απειλείται και να αμφισβητείται, προς το παρόν, από κανέναν. Σήμερα ο ασθενής χρειάζεται να παραμείνει στο νοσοκομείο μόνο για μία ημέρα και είναι δυνατόν να υποβληθεί ταυτόχρονα σε αγγειοπλαστική (δηλαδή διάνοιξη) σε περισσότερα του ενός αγγεία. Σημαντικός σταθμός της επεμβατικής καρδιολογίας θεωρείται η ανάπτυξη και εξέλιξη των stent τα οποία είναι ειδικά μεταλλικά πλέγματα που τοποθετούνται στο σημείο του στενώματος και παραμένουν εκεί σαν υποστύλωμα που κρατά τα τοιχώματα του αγγείου ανοικτά. Εκτός από το κλασσικό "μπαλόνι" και τα stent έχουν αναπτυχθεί πάρα πολλές τεχνικές με περιορισμένες ενδείξεις και σχετικά μικρή κλινική σημασία και εφαρμογή. Το μόνο μελανό σημείο της αγγειοπλαστικής, το οποίο αποτελεί και τη μεγαλύτερη πρόκληση της επεμβατικής καρδιολογίας είναι η επαναστένωση. ΄Οταν λέμε επαναστένωση εννοούμε την πιθανότητα που έχει ένα αγγείο που υπεβλήθη επιτυχώς σε διαστολή να ξαναστενέψει. Αυτό συμβαίνει συνήθως τους πρώτους τρεις με έξι μήνες μετά την επέμβαση. Με την επιλεκτική χρήση των stent η πιθανότητα επαναστένωσης μειώθηκε από το 30-40 % στο 10-20 %. Ομως το πρόβλημα παραμένει και σήμερα το παγκόσμιο ερευνητικό ενδιαφέρον εστιάζεται στην αναζήτηση μεθόδων πρόληψης και αντιμετώπισης της επαναστένωσης. Με σκοπό την μείωση της επαναστένωσης έχουν χρησιμοποιηθεί αρκετά φάρμακα αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα Ακόμη, με εξαίρεση τα stent, καμία από τις νεότερες τεχνικές, όπως η αθηρεκτομή η τα laser, δεν κατάφεραν να την μειώσουν. Για το σκοπό αυτό έχει επιστρατευθεί και η ραδιενεργός ακτινοβολία, τοπικά στο σημείο της διαστολής, σε δόσεις φυσικά ακίνδυνες για γενικευμένες επιπλοκές. Προς την ίδια κατεύθυνση στοχεύει και η ανάπτυξη ενός είδους βιολογικού stent που επινοήθηκε και εξελίχθηκε από τον κύριο Στεφανάδη και την ερευνητική του ομάδα. στην Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική, που διευθύνει ο καθηγητής ο κ Π. Τούτουζας. Είναι ένα κοινό stent καλυμμένο με τμήμα αγγείου που παίρνουμε από τον ίδιο τον ασθενή την ώρα της επέμβασης. Αναγκαστικά η λύση παραπέμπεται στην μοριακή βιολογία και τη γενετική. Οριοθετώντας την επεμβατική καρδιολογία σήμερα πρέπει να πούμε ότι ο επεμβατικός καρδιολόγος σήμερα διαθέτει στο οπλοστάσιό του σωρεία τεχνικών και τεχνολογικών εξελίξεων που του επιτρέπουν να διανοίξει μία ή περισσότερες βλάβες, σε λεπτά αγγεία ή φλεβικά μοσχεύματα, ασβεστωμένες βλάβες αλλά και ολικές αποφράξεις. Με τις παρεμβάσεις αυτές σημαντικός αριθμός ασθενών ωφελείται βελτιώνοντας την ποιότητα της ζωή των ή αποφεύγοντας πολυπλοκότερες επεμβάσεις όπως το by-pass. Το τελευταίο είναι σημαντικό, ιδιαίτερα σήμερα που σημαντικός αριθμός ασθενών έχει ήδη υποβληθεί σε μία επέμβαση by-pass και μία δεύτερη επέμβαση συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών.

Η σημαντικότερη όμως συμβολή της επεμβατικής καρδιολογίας είναι ότι μας έβαλε μέσα στο αγγείο και μας επέτρεψε να έρθουμε σε άμεση επαφή ή να δούμε και να μελετήσουμε καταστάσεις και προβλήματα που για αρκετά χρόνια απλά περιγράφαμε . Σήμερα καταλαβαίνουμε καλύτερα τα οξέα στεφανιαία σύνδρομα και τους μηχανισμούς που προηγούνται. Με τη βοήθεια της αγγειοσκόπισης το μάτι μας μπήκε μέσα στο αγγείο και πλέον ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει θρόμβος στον αυλό του αγγείου και γιατί άλλες φορές η θρομβόλυση βοηθάει και άλλες όχι. ¨Ένα άλλο ερώτημα που για χρόνια απασχολεί τους καρδιολόγους και όχι μόνο είναι το ερώτημα ποιά αθηρωματική πλάκα θα εξελιχθεί σε έμφραγμα και ποιά όχι ή διαφορετικά γιατί σημαντικές στενώσεις δεν καταλήγουν ποτέ σε έμφραγμα ενώ άλλες, λιγότερο σημαντικές, σπάνε και προκαλούν απόφραξη και έμφραγμα. Ετσι συχνά αποκαλούσαμε αυτές που προκαλούν οξέα φαινόμενα και έμφραγμα "θερμές πλάκες" ενώ τις άλλες ψυχρές. Σήμερα κατέστη δυνατόν να μετρήσουμε την θερμοκρασία της αθηρωματικής πλάκας με ειδικό καθετήρα-θερμόμετρο και να δείξουμε ότι αυτό που επί χρόνια αποκαλούσαμε "θερμό" είναι πράγματι θερμότερο από τα γειτονικά υγιή τμήματα. Ο καθετήρας-θερμόμετρο επινοήθηκε και εξελίχθηκε από τον κύριο Στεφανάδη και την ερευνητική του ομάδα στην Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική, που διευθύνει ο καθηγητής ο κ Π. Τούτουζας, και επέτρεψε για πρώτη φορά την θερμομέτρηση της αθηρωματικής πλάκας ανοίγοντας νέους δρόμους στην μελέτη, εξέλιξη, πρόγνωση και ενδεχομένως και την θεραπευτική προσέγγιση της στεφανιαίας νόσου.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η επεμβατική καρδιολογία την τελευταία δεκαετία γνώρισε εκρηκτική εξέλιξη βελτιώνοντας την πρόγνωση αλλά και την ποιότητα ζωής των καρδιοπαθών. Τα προς επίλυση προβλήματα είναι ακόμη αρκετά αλλά το ευχάριστο είναι ότι αναζητώντας τις απαντήσεις μάθαμε και συνεχώς μαθαίνουμε πολλά και μπορούμε να "καυχηθούμε" ώς χώρα ότι όχι μόνο δεν παραμένουμε απλοί θεατές αλλά συμμετέχουμε ενεργά και σε αρκετές περιπτώσεις διαμορφώνουμε τις εξελίξεις.

Πηγές: Γράφει ο Λευτέρης Τσιάμης Επιμελητής στην Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του ΙΓΝΑ