Το δέρμα του ανθρώπου αντιδρά φυσιολογικά στο ηλιακό φως με ποικίλο τρόπο που εξαρτάται από την περιεκτικότητα του δέρματος σε μελανίνη, την γεωγραφική θέση, την ώρα της ημέρας και τον χρόνο της έκθεσης. Η αντίδραση του δέρματος μπορεί να ποικίλει από ένα απλό ερύθημα μέχρι φυσαλιδώδες εξάνθημα ή ακόμη και κακοήθη εξεργασία.

Η αντίδραση που αναπτύσεται στο ηλιακό φως μπορεί να οφείλεται μόνο στο φως ή στο φως σε συνέργεια με παθολογικούς μεταβολίτες όπως στις πορφυρίες και τέλος στο φως σε συνέργεια με χημικές ουσίες και φάρμακα που εφαρμόζονται στο δέρμα ή λαμβάνονται συστηματικά από το στόμα.

Η παθολογική αντίδραση στο φως χωρίς την συνέργεια άλλων παραγόντων είναι σπάνια και οφείλεται σε γενετική προδιάθεση. Στις πορφυρίες στις οποίες έχουν αναγνωριστεί επτά τύποι το φως αντιδρά με τις κυκλοφορούσες πορφυρίνες που βρίσκονται και στους ιστούς του δέρματος και προκαλλείται οξεία ή χρόνια βλάβη.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι φωτοτοξικές και φωτοαλλεργικές αντιδράσεις που παρατηρούνται σε εξωγενή φάρμακα.

Η φωτοτοξικότητα συμβαίνει χωρίς την παρουσία συγκεκριμένου ανοσολογικού μηχανισμού. Τέτοιου είδους αντιδράσεις παρατηρούνται σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιμικροβιακή αγωγή με δεκλομυσίνη και σουλφοναμίδες. Τα ψυχοφάρμακα όπως οι φαινοθειαζίνες, τα αντιδιαβητικά όπως οι σουλφονυλουρίες, τα διουρητικά όπως οι θειαζίδες και το αντιμυκητιακό γκριζεοφουλβίνη είναι υπεύθυνα για παρόμοιου τύπου αντιδράσεις.

Μετά την έκθεση στο φως δημιουργείται έγκαυμα που ακολουθείται από ερύθημα και οίδημα που φθάνει την μέγιστη ένταση του σε 12 με 24 ώρες, και στην συνέχεια ακολουθεί υπέρχρωση. Αυτή είναι η φυσική ιστορία της φωτοτοξικότητας στην οποία η ευαισθησία του ατόμου στο ηλικακό φως δεν επιμένει και μελλοντική έκθεση στο υπεριώδες φως θα είναι φυσιολογική.

Η φωτοαλλεργία διαφέρει στο ότι οι αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν μετά από 24 ώρες ή και περισσότερο. Είναι περισσότερο επίμονες και δείχνουν διασταυρούμενη φωτοευαισθησία. Λιγότερα φάρμακα έχουν ενοχοποιηθεί για τέτοιου είδους φαινόμενα αν και η σουλφανιλαμίδη, η σουλφαδιαζίνη και η σουλφιζοξαζόλη έχουν ενοχοποιηθεί τόσο για φωτοτοξικότητα όσο και για φωτοαλλεργία.

Υπάρχει η υπόθεση ότι το φως αντιδρά με την υπεύθυνη ουσία σχηματίζοντας μία απτήνη η οποία ενούμενη με πρωτεϊνη, είναι υπεύθυνη για την επιμονή των συμπτωμάτων και τις υποτροπές.

Από τα καρδιολογικά φάρμακα φωτοευαισθησία προκαλούν τα αντιαρρυθμικά αμιοδαρόνη και κινιδίνη, ο αναστολέας του ασβεστίου διλτιαζέμη και οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειτασίνης καπτοπρίλη και εναλαπρίλη. Ειδικότερα η αμιοδαρόνη με την επίδραση του ηλιακού φωτός στο δέρμα προσδίδει ένα γκρι - κυανό χρώμα ενώ συχνά υπάρχει και κνησμός.

Η θεραπεία για όλες τις φωτοδερματίτιδες είναι η αντιμετώπιση του εγκαύματος και της δερματίτιδας εξ' επαφής. Εάν υπάρχει εξεσημασμένο ερύθημα τα τοπικά στεροειδή θα ευνοήσουν την τοπική αγγειοσύσπαση και θα μειώσουν την ένταση της αντίδρασης.

Στην φωτοαλλεργία τα αντισταμινικά φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν. Εάν τέλος επηρεάζεται η γενική κατάσταση του οργανισμού το υπεύθυνο φάρμακο πρέπει να απομονώνεται και να αποφεύγεται η χορήγησή του τόσο του ιδίου όσο και εκείνων που παρουσιάζουν διασταυρούμενη αντίδραση.

Πηγές: Γράφει ο ΔΕΡΝΕΛΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, επιστημ. Συνεργάτης Παν/κης καρδιολογικής κλινικής, Ιπποκράτειο Γ.Ν.Α.