Επιμέλεια Σοφία Νέτα

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου στις ανεπτυγμένες χώρες και υπολογίζεται ότι περίπου 17.3 εκατομμύρια άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, λόγω καρδιαγγειακών παθήσεων.

Μέλη της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου τόνισαν ότι οι καρδιαγγειακές παθήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εγκεφαλικών επεισοδίων, επηρεάζουν όλες τις ηλικίες, άνδρες και γυναίκες και όλες τις κοινωνικές ομάδες και είναι επιτακτική πλέον η ανάγκη για συστηματική εξάλειψη των παραγόντων κινδύνου που οδηγούν σε αυτά. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω παρεμβάσεων, κυρίως σε πρωτογενές επίπεδο πρόληψης, με βασικούς άξονες τη μείωση του καπνίσματος, την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, της υπέρτασης και του σακχαρώδη διαβήτη.

Ο Πρόεδρος της Ε.Κ.Ε, κ. Ιωάννης Καλλικάζαρος, τόνισε την ανάγκη ενημέρωσης του κοινού σχετικά με την Κολπική Μαρμαρυγή, η οποία, με επιπολασμό στο γενικό πληθυσμό περίπου 1%, είναι η συχνότερη αρρυθμία και αποτελεί κύρια αιτία πρόκλησης Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων (ΑΕΕ), ανεξάρτητα εάν πρόκειται για παροξυσμική ή μόνιμη. Μάλιστα, επί κολπικής μαρμαρυγής μη βαλβιδικής αιτιολογίας, τα 2/3 των ΑΕΕ είναι αποτέλεσμα καρδιακών εμβολών. Μελέτες έχουν δείξει ότι περίπου το 90% αυτών των ΑΕΕ είναι αποτέλεσμα θρόμβων που εδράζονται στον αριστερό κόλπο της καρδιάς. Δυστυχώς, αυτά τα επεισόδια είναι ιδιαίτερα καταστροφικά και με πολύ άσχημη πρόγνωση.

Ο κ. Καλλικάζαρος, επίσης, ανέφερε στοιχεία σχετικά με τη Φλεβική Θρομβοεμβολή, μια νόσο με την οποία διαγιγνώσκονται πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι στην Ευρώπη κάθε χρόνο ενώ εκτιμάται ότι 543.454 θάνατοι σε ετήσια βάση σχετίζονται στην Ευρώπη με την Εν τω Βάθει Φλεβική Θρόμβωση, τη μια εκ των δύο μορφών της νόσου, αριθμός τουλάχιστον διπλάσιος από το άθροισμα θανάτων από AIDS (5.860), από καρκίνο του πνεύμονα (86.831), του προστάτη (86.831) και από τροχαία (53.599). Για τη θεραπεία της νόσου, νέα επιστημονικά δεδομένα που ανακοινώθηκαν στο πρόσφατο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC Congress 2014), κατέδειξαν συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα για τα νεότερα από του στόματος αντιπηκτικά σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία με παράλληλη ελάττωση της συχνότητας αιμορραγίας. Ενδεικτικά, η απιξαμπάνη, που πολύ πρόσφατα έλαβε ένδειξη για θεραπεία της φλεβικής θρομβοεμβολής, μείωσε κατά 69% τον κίνδυνο αιμορραγίας σε σχέση με τη χορήγηση ενοξαπαρίνης και ανταγωνιστών της βιταμίνης Κ.

Ο κ. Στέφανος Φούσας, νεοεκλεγείς Πρόεδρος της Ε.Κ.Ε, με τη σειρά του, αναφέρθηκε στην επαναγγείωση του μυοκαρδίου, μια από τις κυριότερες μεθόδους θεραπείας στην καρδιολογία. Τόνισε ότι η απόφαση για την εφαρμογή της θεραπείας αυτής πρέπει να λαμβάνεται από την Καρδιαγγειακή ομάδα (Καρδιολόγος, Καρδιοχειρουργός και Αναισθησιολόγος) και κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης της πάθησης και της συμπτωματολογίας του ασθενούς, την ανατομία των αρτηριών της καρδιάς και τη φυσιοπαθολογία, προκειμένου να επιτυγχάνεται το μέγιστο όφελος για τον ασθενή.

Οι στόχοι της επαναιμάτωσης είναι πρώτον, η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς και δεύτερον η επιμήκυνση του προσδόκιμου επιβίωσης. Εάν ο ασθενής έχει Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο, η επείγουσα επαναιμάτωση παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο, ενώ όταν ο ασθενής έχει σταθερή στηθάγχη τότε πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αγγειοπλαστική. Μόνο με σαφή κριτήρια λαμβάνονται οι τελικές αποφάσεις για την επαναιμάτωση. Ειδικές υποκατηγορίες ασθενών είναι οι ζαχαροδιαβητικοί και οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Στην επαναιμάτωση είτε ακολουθούμε αορτοστεφανιαία παράκαμψη είτε αγγειοπλαστική πρέπει να προστίθεται και η κατάλληλος φαρμακευτική αγωγή. Η μελέτη SYNTAX έδειξε ότι δεν υπάρχει διαφορά στη θνητότητα στα 5 χρόνια στην αορτοστεφανιαία παράκαμψη και στην αγγειοπλαστική.

Ο κ. Ιωάννης Βλασερός, Γ. Γραμματέας της Ε.Κ.Ε, αναφέρθηκε στη μυοκαρδίτιδα, τη φλεγμονώδη επεξεργασία του μυοκαρδίου. Η νόσος μπορεί να προσβάλλει πέραν των μυοκυττάρων, του διάμεσου ιστού και των αιμοφόρων αγγείων, ακόμη και το περικάρδιο του ασθενούς και ενδέχεται να προκληθεί από οιονδήποτε λοιμογόνο παράγοντα. Τα συχνότερα αίτια είναι οι μικροβιακές και οι ιογενείς λοιμώξεις, η υπεραιευσθησία ή τοξικότητα σε φάρμακα αλλά και φυσικοί παράγοντες, όπως η ακτινοβολία και η υποθερμία. Στο μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων, η πρόγνωση της νόσου, εφόσον γίνει διάγνωση και χορηγηθεί θεραπεία, είναι καλή και η νόσος υποχωρεί πλήρως. Ωστόσο ένα μεγάλο ποσοστό των ασθενών ενδέχεται να είναι ασυμπτωματικό, εξαιτίας της κάλυψης των εκδηλώσεων της μυοκαρδίτιδας από τα συμπτώματα της γενικής λοίμωξης και ο ασθενής, μέσα σε διάστημα λίγων χρόνων, να αναπτύξει χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ή να εκδηλωθεί αιφνίδιος θάνατος. Είναι ιδιαίτερα σημαντική, λοιπόν, η χρόνια παρακολούθηση των ασθενών, μετά την αποδρομή της οξείας φάσης της νόσου, προκειμένου να αποφευχθεί η εξέλιξή της σε επίπεδα καρδιακής ανεπάρκειας.