Φώτιος Ν. Πατσουράκος, Καρδιολόγος-Αρχίατρος ε.α., Επιστημονικός Διευθυντής Ιδιωτικού Πολυιατρείου Ηλιούπολης


Καταβεβλημένοι, φοβισμένοι και ανήσυχοι σχετικά με τη ζωή τους είναι όσοι έχουν υποστεί πρόσφατα έμφραγμα, καθώς αναρωτιούνται για βασικά θέματα που αφορούν την καθημερινότητά τους, όπως είναι ο χρόνος επανόδου στην εργασία ή στην ενεργή σεξουαλική ζωή.

Οι ανησυχίες είναι εύλογες και απαιτούν ξεκάθαρες απαντήσεις προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι αλλαγές που πρέπει απαραιτήτως να κάνει ο εμφαγματίας ώστε να αυξήσει τις πιθανότητές του να αποφύγει ένα δεύτερο έμφραγμα και να απολαύσει πολλά χρόνια ζωής ακόμα.

Τι πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζει και να προσέχει ο ασθενής από τη στιγμή που λαμβάνει εξιτήριο από το νοσοκομείο; Κατά την έξοδο του, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 2-5 ημερών από το έμφραγμα όταν δεν έχουν προκύψει επιπλοκές, δίδεται στον ασθενή φαρμακευτική αγωγή, που μπορεί να περικλείει τα παλιά αλλά και νέα φάρμακα, μαζί με οδηγίες για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στον τρόπο ζωής, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συστάσεις για χειρουργική επέμβαση.

Η τακτική και ακριβής λήψη των φαρμάκων διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην ανάρρωσή του. Στις περιπτώσεις δε που υπάρχει δυσκολία αγοράς τους, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, ο ασθενής πρέπει να συζητά με τον καρδιολόγο εάν υπάρχουν τρόποι μείωσης του κόστους της φαρμακευτικής αγωγής τους και να μην αλλάζουν μόνοι τους τα φάρμακα με πιθανά παρεμφερή ακόμα και με συμβουλές άλλων επαγγελματιών της υγείας μη ιατρών.

Μετά την επιστροφή του ασθενή στο σπίτι, η ξεκούραση έχει τον πρώτο λόγο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστεί η συμμετοχή του σε κοινωνικές εκδηλώσεις, καθώς η αναψυχή είναι το ίδιο σημαντική με την ξεκούραση. Τον πρώτο καιρό επιβάλλεται να ξεκουράζεται ή να κοιμάται όποτε νιώθει την ανάγκη, ανεξαρτήτως ώρας. Βέβαια, ο ποιοτικός και επαρκής βραδινός ύπνος παίζει καταλυτικό ρόλο μετά από μια καρδιακή προσβολή.

Το ίδιο σημαντική με την ξεκούραση είναι η άσκηση και η δραστηριότητα. Η επιστροφή όμως στις καθημερινές ασχολίες εξαρτάται από την κατάσταση της υγείας του ασθενή και από το είδος των δραστηριοτήτων του πριν από το έμφραγμα. Είναι σημαντικό να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στον οργανισμό να επανέλθει, για τον προσδιορισμό του οποίου υπεύθυνος είναι ο θεράπων καρδιολόγος. Είναι ο μόνος αρμόδιος να δώσει οδηγίες για το ποιες δραστηριότητες επιτρέπονται και σε πόσο χρόνο μετά το συμβάν. Οποιοδήποτε είδος άσκησης χωρίς την σαφή συγκατάθεση του απαγορεύεται.

Τα προγράμματα αποκατάστασης μετά από έμφραγμα είναι ιδιαίτερα επωφελή, καθώς μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία της καρδιάς, να συμβάλλουν στη μείωση του ρυθμού της και των πιθανοτήτων επιπλοκών, και κατ’ επέκταση να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου. Τα προγράμματα αυτά περικλείουν την άσκηση, την τροποποίηση συνηθειών που αφορούν τον τρόπο ζωής του ασθενή και την αντιμετώπιση του άγχους, της κατάθλιψης που είναι χαρακτηριστικά των ανθρώπων που έχουν βιώσει έμφραγμα.

Όσον αφορά την άσκηση, η ένταση και η διάρκειά της εξαρτάται από την κατάσταση της καρδιάς και τη σοβαρότητα της καρδιακής νόσου. Ένα τεστ κοπώσεως ή σε αδυναμία εκτελέσεώς του ένα stress echo, θα μπορούσε να καθορίσει τον κίνδυνο επιπλοκών εξαιτίας της άσκησης. Η κατάρτιση ενός εξειδικευμένου προγράμματος από τον θεράποντα ιατρό, με τη συνδρομή του φυσιοθεραπευτή, που λαμβάνει υπόψη τη φυσική κατάσταση, την ηλικία και τη βλάβη που έχει υποστεί η καρδιά μετά το έμφραγμα, εξασφαλίζει την ασφάλεια και τη βελτίωση της καρδιακής υγείας.

Οι αλλαγές που αφορούν τον τρόπο ζωής του ασθενή περιλαμβάνουν τη διακοπή του καπνίσματος, την επιλογή μιας υγιεινής διατροφής και τη διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους, η οποία θα βοηθήσει στον έλεγχο ορισμένων δεικτών που επηρεάζουν την καρδιά. Τέτοιοι είναι η αρτηριακή πίεση, το σάκχαρο, η χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια. Η διαχείριση των διαβητικών, υπερτασικών και όσων έχουν αυξημένα λιπίδια πρέπει να γίνεται και με φαρμακευτική αγωγή, καθώς η χαλαρή αντιμετώπιση των παθήσεών τους δύνανται να οδηγήσουν σε επιπλοκές μετά το έμφραγμα.

Ωφέλιμη κρίνεται και η τακτική φυσική δραστηριότητα, διότι βοηθά, πέραν των παραπάνω, στον έλεγχο της κατάθλιψης και του άγχους. Και αυτό γιατί η ψυχολογία του ασθενή μετά από καρδιακή προσβολή αλλάζει. Οι ασθενείς τους πρώτους μήνες μετά το συμβάν (συνήθως 2-6) νιώθουν θυμωμένοι για αυτό που τους συνέβη και με την παραμικρή ενόχληση φοβούνται ότι θα επαναληφθεί, ή ακόμα ότι θα χάσουν σύντομα τη ζωή τους. Η κατάθλιψη είναι συχνό χαρακτηριστικό τους και φυσιολογική ως ένα σημείο. Όταν όμως γίνεται σοβαρή, επηρεάζοντας την αυτοεκτίμηση, τον ύπνο και τη διατροφή θα πρέπει να αναζητείται ιατρική βοήθεια, προκειμένου ο ασθενής να κατορθώσει να ξεπεράσει την αρνητική διάθεση και στάση του. Παρότι το οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο βιώνει τις ίδιες ανησυχίες και έχει καθοριστικό ρόλο στην “απελευθέρωση” του ασθενή από τις σκέψεις που τον καταβάλουν, ο ψυχολόγος είναι ο άνθρωπος “κλειδί” για τη γρηγορότερη ανάρρωσή του.

Η επιστροφή στην εργασία είναι άλλο ένα θέμα που προβληματίζει τους περισσότερους εμφραγματίες. Ο προσδιορισμός του χρόνου επανόδου στις επαγγελματικές υποχρεώσεις εξαρτάται από τη σοβαρότητα της καρδιακής προσβολής και το είδος του επαγγέλματος και κυμαίνεται μεταξύ 2 εβδομάδων και 3 μηνών. Οι ασθενείς που το αντικείμενο της εργασίας τους προκαλεί ιδιαίτερο άγχος ή που απαιτείται ιδιαίτερη σωματική καταπόνηση χρειάζονται μεγαλύτερο χρόνο αποχής από αυτή, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο αλλαγής επαγγέλματος για κάποιο χρονικό διάστημα.

Η σεξουαλική ζωή των ανθρώπων που έχουν περάσει έμφραγμα αποτελεί άλλο ένα πεδίο που απασχολεί και απαιτεί προσοχή. Είναι σημαντικό για τους ασθενείς να γνωρίζουν πότε είναι ασφαλές να συνευρεθούν με τον ερωτικό τους σύντροφο και αυτό εξαρτάται από τη βαρύτητα του εμφράγματος και την ύπαρξη επιπλοκών. Οι οδηγίες που δίδονται είναι να απέχουν για τουλάχιστον δύο εβδομάδες όταν δεν έχουν παρουσιάσει επιπλοκές. Ο κίνδυνος για καρδιακά προβλήματα μειώνεται αισθητά 6 εβδομάδες μετά. Όσοι όμως έχουν παρουσιάσει αρρυθμίες ή καρδιακή ανεπάρκεια έχουν σημαντικές πιθανότητες να αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά τη διάρκεια του σεξ, οπότε ο θεράπων καρδιολόγος είναι ο αρμόδιος να αποφασίσει εάν και πότε είναι ασφαλές το σεξ μετά από το έμφραγμα.

Μετά από ένα έμφραγμα οι πιθανότητες ενός νέου επεισοδίου, ενοχλήσεων ή επιπλοκών πάντα υπάρχουν ανάλογα φυσικά και με τη βαρύτητα του εμφράγματος, ωστόσο μπορούν να ελαχιστοποιηθούν όταν ο ασθενής ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του γιατρού του. Εάν όμως νιώσει για τον οποιονδήποτε λόγο, οποιαδήποτε ώρα πόνο, σφίξιμο ή πίεση στο στήθος, δύσπνοια, τάση λιποθυμίας, ναυτία ή ζάλη, εφίδρωση, ταχυκαρδία ή αρρυθμία, έντονη και ξαφνική κόπωση ή κάποιο από αυτά τα συμπτώματα, πρέπει να αναζητήσει επειγόντως ιατρική βοήθεια.