Με τον όρο βαλβιδοπάθεια, εννοούμε συνήθως τη στένωση ή την ανεπάρκεια μιας βαλβίδας. Όταν μία βαλβίδα είναι στενωμένη δεν μπορεί να ανοίξει φυσιολογικά, ενώ όταν ανεπαρκεί δεν μπορεί να κλείσει υδατοστεγώς.

Είναι πράγματι περίεργο πώς ύστερα από όσα γράφτηκαν ή γράφονται για την στένωση της αορτικής βαλβίδας οι απορίες και τα ερωτήματα του κόσμου αντί να ελαττώνονται πολλαπλασιάζονται. Φαίνεται πως και στην Ιατρική πληροφόρηση ισχύει ό,τι ισχύει γενικά για την πληροφόρηση.

Όσο δηλαδή αυξάνεται η πολυπληροφόρηση, τόσο ελαττώνεται η αξιόπιστη και υπεύθυνη πληροφόρηση. Γι’ αυτό άλλωστε θα προσπαθήσω να απαντήσω στον αναγνώστη όσο πιο απλά γίνεται.

Η βαλβίδα της αορτής έχει φυσιολογικά τρία φύλλα (πτυχές). Όταν εκ γενετής έχει δύο φύλλα τότε τα φύλλα αυτά δέχονται μεγαλύτερες πιέσεις, καταστρέφονται πιο εύκολα και δημιουργούν προϋποθέσεις για να εναποτεθεί πάνω στα δύο φύλλα ασβέστιο, με αποτέλεσμα να στενέψει η βαλβίδα.

Έτσι, ενώ η επιφάνεια της βαλβίδας ανέρχεται φυσιολογικά σε 2,5-3,5 cm2 σιγά-σιγά στενεύει και πλησιάζει το 0,5 cm2 οπότε η στένωση της βαλβίδας χαρακτηρίζεται πολύ σοβαρή.

Όταν η στενωμένη βαλβίδα έχει επιφάνεια 1 cm2 και μικρότερο, αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα, τα οποία μπορεί να είναι είτε πόνος στο στήθος στη μεγάλη προσπάθεια είτε δύσπνοια (δύσκολη αναπνοή) ή ζάλη και συγκοπικά επεισόδια στη μεγάλη προσπάθεια.

Οι γιατροί γνωρίζουν ότι όταν η αορτική βαλβίδα στενέψει σημαντικά τότε η διαφορά της πίεσης πριν από τη στένωση μέσα στην καρδιά σε σχέση με την πίεση που υπάρχει μετά τη στένωση και μετριέται μέσα στην αορτή ανέρχεται σε 50 mmHg.

Έτσι, όταν κατά τον καθετηριασμό της καρδιάς ή κατά τη διενέργεια ηχωκαρδιογραφήματος (υπερηχοκαρδιογράφημα) η διαφορά της μέσης πίεσης φθάσει τα 50 mmHg τότε ο άρρωστος θα πρέπει να σκέπτεται την εγχείρηση. Ο ακριβής όμως χρόνος της εγχείρησης προσδιορίζεται μόλις εμφανισθεί το πρώτο σύμπτωμα, το οποίο καμιά φορά μπορεί να καθυστερήσει να παρουσιασθεί μέχρι και 5 ολόκληρα χρόνια από τη στιγμή της μέτρησης.

Έτσι, ο πανικός του αρρώστου είναι αδικαιολόγητος μόλις η διαφορά της μέσης πίεσης στο ηχωκαρδιογράφημα ή της υψηλής πίεσης στον καθετηριασμό φθάσει τα 50 mmHg. Για να επισπευθεί η εξέταση στον ασυμπτωματικό άρρωστο με στένωση της αορτής θα πρέπει να διαπιστωθεί στη στεφανιογραφία σοβαρή στεφανιαία νόσος ή επικίνδυνες κοιλιακές αρρυθμίες που μπορεί να καταγραφούν με 24ωρη συνεχή καταγραφή ηλεκτροκαρδιογραφήματος με τη μέθοδο Holter.

Η εξέλιξη της στένωσης της αορτής γίνεται βαθμιαία και μπορεί να φθάσει στο επίπεδο της σοβαρής στένωσης, συνήθως μέσα σε 2-3 δεκαετίες. Ο ρευματικός πυρετός εκτός από τη δίπτυχη βαλβίδα αποτελεί μία συνηθισμένη αιτία στένωσης της αορτής.

Ιδιαίτερα στις υπό ανάπτυξη χώρες όπου ρευματικός πυρετός εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα.

Όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος βρίσκεται στην προσβολή της αορτικής βαλβίδας από ένα μικρόβιο που μπορεί να κυκλοφορεί στο αίμα και το οποίο εγκαθίσταται πάνω στη βαλβίδα, προκαλεί ενδοκαρδίτιδα και καταστρέφει τη βαλβίδα. Όταν εκδηλωθεί η ενδοκαρδίτιδα της βαλβίδας, τότε το χρονοδιάγραμμα της προοπτικής εγχειρήσεως επιταχύνεται, ανάλογα με την καταστροφή που έχει συντελεστεί στη βαλβίδα.

Όμως γενικότερα η στένωση της αορτικής βαλβίδας είναι κατά κανόνα καλοήθης νόσος που εξελίσσεται βραδύτατα και χειρουργείται συνήθως σε ηλικία μεταξύ 60-80 ετών, όταν ο άρρωστος εμφανίσει ένα από τα τρία συμπτώματα της σοβαρής στένωσης.

Δηλαδή, δύσπνοια ή στηθάγχη ή συγκοπή κατά τη σοβαρή προσπάθεια.

Οι περιπτώσεις εκείνες που ένας άρρωστος με στένωση της αορτικής βαλβίδας χωρίς κανένα σύμπτωμα πρέπει να χειρουργηθεί, αφορούν συνήθως αρρώστους που πάσχουν από μία δεύτερη καρδιοπάθεια, π.χ. στεφανιαία νόσο ή παρουσιάζουν σοβαρές αρρυθμίες όπως είναι οι κοιλιακές αρρυθμίες.