Αποτελεί αξίωμα στην καρδιολογία ότι όλες οι καρδιοπάθειες στο τελικό τους στάδιο καταλήγουν κατά κανόνα σε καρδιακή ανεπάρκεια. Όταν η καρδιά ανεπαρκεί, αδυνατεί να στείλει το απαραίτητο αίμα για τη θρέψη των οργάνων και των ιστών του σώματος.

Στο αίμα αυτό περιέχονται όλοι οι ουσιώδεις παράγοντες για τη θρέψη και ιδιαίτερα το οξυγόνο.

Η δύσπνοια είναι το κλασσικότερο σύμπτωμα του αρρώστου όταν εκδηλωθεί η καρδιακή ανεπάρκεια. Όμως η δύσπνοια μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές. Μπορεί να εκδηλωθεί ως δύσπνοια νυκτερινή που ξυπνά τον άρρωστο. Μπορεί να εκδηλωθεί σαν δύσπνοια στη μεγάλη (ασυνήθη) προσπάθεια, ως δύσπνοια της καθημερινής ζωής στη συνήθη προσπάθεια.

Μπορεί τέλος να εκδηλωθεί σαν οξύ πνευμονικό οίδημα.

Πολλές φορές, ένας άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί ότι του λείπει αέρας και τότε αναγκάζεται να παίρνει βαθιές αναπνοές. Αυτό δεν είναι δύσπνοια και δεν σχετίζεται με την καρδιακή λειτουργία. Συνήθως, έχει νευρωσική προέλευση και είναι αποτέλεσμα στρες.

Η νυκτερινή δύσπνοια καθώς και η δύσπνοια στη συνήθη προσπάθεια αποτελούν τις συνηθέστερες μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η καρδιακή ανεπάρκεια.

Κατά τη νυκτερινή δύσπνοια, ο άρρωστος συνήθως, ύστερα από 2-3 ώρες ύπνου, ξυπνά και σηκώνεται από το κρεβάτι του για 20-30 λεπτά. Στην όρθια ή την καθιστή θέση, γίνεται ανακατανομή του αίματος στο σώμα, έτσι το αίμα που λιμνάζει στους πνεύμονες μετατοπίζεται προς τα κάτω άκρα, οι πνεύμονες αποσυμφορούνται και επανέρχεται η κανονική αναπνοή.

Η δύσπνοια κατά την προσπάθεια εκδηλώνεται είτε στη συνήθη είτε στην ασυνήθη προσπάθεια. Έτσι, εκείνος ο οποίος πηγαίνει καθημερινά στο γραφείο του και ανεβαίνει μερικά σκαλοπάτια αλλά κάποια ημέρα θα αισθανθεί δυσφορία στην αναπνοή ανήκει στην κατηγορία των αρρώστων που εμφανίζουν δύσπνοια κατά τη συνήθη προσπάθεια.

Αντιθέτως, η δύσπνοια κατά την ασυνήθη προσπάθεια είναι η δύσπνοια της υπερβολικής προσπάθειας, η οποία όμως δεν αποτελεί δύσπνοια της καθημερινότητας. Τέτοια είναι η δύσπνοια που εκδηλώνεται κατά το παρατεταμένο βάδισμα ή το τρέξιμο στα λίγα μέτρα και η οποία κατά κανόνα δεν εμφανίζεται στα φυσιολογικά άτομα.

Δύσπνοια έντονη, απότομη, που πολλές φορές συνοδεύεται με βήχα και αιμόφυρτα πτύελα μπορεί να αποτελεί εκδήλωση πνευμονικού οιδήματος. Οξύ πνευμονικό οίδημα δημιουργείται από ένα ισχυρό απότομο στρες της καρδιάς, όπως είναι η απότομη αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ή από απότομη βλάβη και καταστροφή του μυοκαρδίου ή των βαλβίδων της καρδιάς.

Έτσι, είναι δυνατόν να εκδηλωθεί οξύ πνευμονικό οίδημα σε περιπτώσεις οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ρήξης των βαλβίδων και του υποβαλβιδικού συστήματος από μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα ή στη στένωση της μιτροειδούς.

Εν τούτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το οξύ πνευμονικό οίδημα δεν είναι αποκλειστικά καρδιακή επιπλοκή. Διάφορες φλεγμονές του πνεύμονα ή τοξικές καταστάσεις όπως είναι η λήψη ηρωίνης μπορεί να δημιουργήσουν οξύ πνευμονικό οίδημα, ακόμα και θανατηφόρο.

Αυτό αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία θανάτου των χρηστών ηρωίνης.

Ακόμα και ο γιατρός βρίσκεται πολλές φορές σε δυσκολία να αξιολογήσει το σύμπτωμα της δύσπνοιας σε σχέση με τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, γι’ αυτό χρειάζονται ειδικά test που τον βοηθούν. Το πλέον αξιόπιστο test είναι η δοκιμασία αντοχής στην κόπωση με παράλληλη μέτρηση του οξυγόνου που καταναλίσκει ο εξεταζόμενος κατά τη διάρκεια της κόπωσης.

Με αυτή τη μέθοδο μπορεί ο γιατρός να αξιολογήσει το σύμπτωμα ‘δύσπνοια’ του ασθενούς του και να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πάθησής του.

Σήμερα τα νατριουρητικά πεπτίδια (ΒΝP, NT proBNP και ANP) μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά όχι μόνο στην τεκμηρίωση του ότι η δύσπνοια οφείλεται σε καρδιακή ανεπάρκεια αλλά και στην παρακολούθηση της θεραπείας του ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια.

Τα νατριουρητικά πεπτίδια είναι ουσίες που απελευθερώνονται από τα κύτταρα της καρδιάς των κοιλιών ή των κόλπων.

Όταν τα κύτταρα αυτά πιεσθούν από τις υψηλές πιέσεις που υπάρχουν μέσα στις κοιλίες ή τους κόλπους (τελοδιαστολικές πιέσεις), τότε τα νατριουρητικά πεπτίδια απελευθερώνονται και μπαίνουν στην κυκλοφορία του αίματος. Οι ουσίες αυτές βοηθούν τους νεφρούς να αποβάλλουν το επιπλέον Na ή το νερό που δημιουργούν τα οιδήματα των αρρώστων με καρδιακή ανεπάρκεια.

Από διαγνωστικής πλευράς όταν οι ουσίες αυτές είναι αυξημένες στο αίμα συνηγορούν υπέρ της διάγνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας. Όταν όμως είναι γνωστή η καρδιακή ανεπάρκεια, η αύξηση των νατριουρητικών πεπτιδίων σηματοδοτεί το ότι η ανεπάρκεια δεν εξελίσσεται καλά, οπότε συμβάλλουν σημαντικά στην απόφαση αλλαγής της θεραπείας.

Οι φυσιολογικές τιμές για το ΒΝΡ και NT proBNP είναι οι τιμές κάτω των 100 και 500 ng/liter αντίστοιχα.