Αρρυθμία χαρακτηρίζεται η κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο ρυθμός λειτουργίας της καρδιάς δεν είναι ρυθμικός. Πολλές φορές ο άρρωστος όταν καταφέρνει να ψηλαφά το σφυγμό του παρατηρεί ότι παρουσιάζει διακοπές. Άλλοτε το αισθάνεται σαν σκίρτημα της καρδιάς.

Άλλοτε πάλι μπορεί να έχει αρρυθμίες και να μην αισθάνεται τίποτα.

Ο άρρωστος όταν διαπιστώσει ότι η καρδιά του λειτουργεί άρρυθμα έχει πολλές φορές το συναίσθημα ότι η καρδιά του θα σταματήσει. Γι’ αυτό και ανησυχεί ιδιαίτερα. Ο φόβος ότι η καρδιά του μπορεί να σταματήσει απότομα τον κατακυριεύει.

Ευτυχώς όμως, που κατά κανόνα οι ανησυχίες του αυτές είναι υπερβολικές.

Η καρδιά είναι ένα όργανο που λειτουργεί αυτόματα υπό την επίδραση ενός ηλεκτρικού κέντρου που λέγεται φλεβοκόμβος και ο οποίος εξασφαλίζει την ομαλή και ρυθμική λειτουργία της καρδιάς. Έτσι, τα σκιρτήματα ή φτερουγίσματα της καρδιάς συνήθως δεν είναι τίποτα άλλο από συναισθηματικές εντολές που δίνει ο εγκέφαλος και που διαβιβάζονται μέσω των νεύρων προς την καρδιά,

Ο έρωτας, το άγχος, το οποιοδήποτε stress, η μεγάλη θλίψη προκαλούνται από διεργασίες μέσα στον εγκέφαλο του ανθρώπου.

Γενικά το σκίρτημα της καρδιάς είναι πολλές φορές φυσιολογικό και αναμένεται όταν υπάρχει έντονη συναισθηματική φόρτιση. Υπεύθυνες για όλα αυτά είναι οι νευροορμόνες που απελευθερώνονται από τα νεύρα και άλλες ορμόνες. Όμως και άλλες ορμόνες, όπως αυτές που παράγει ο θυρεοειδής αδένας μπορεί να προκαλέσουν ταχυκαρδίες ή βραδυκαρδίες όταν εκκρίνονται σε υπερβολική ή ανεπαρκή ποσότητα αντίστοιχα.

Ο υπερθυρεοειδισμός προκαλεί ταχυαρρυθμίες, ενώ ο υποθυρεοειδισμός βραδυαρρυθμίες. Γι’ αυτό και σε κάθε περίπτωση ταχυκαρδίας ή βραδυκαρδίας πρέπει πάντα να ελέγχεται η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα.

Έτσι, σε κάθε περίπτωση αρρυθμίας της καρδιάς που επιμένει, ο άρρωστος πρέπει να επισκέπτεται τον γιατρό του. Ο καρδιολόγος με το απλό ηλεκτροκαρδιογράφημα ή την 24ωρη καταγραφή του ηλεκτροκαρδιο-γραφήματος (Ηοlter) όταν διαπιστώσει την αρρυθμία με μία σειρά καρδιολογικών εξετάσεων, θα διερευνήσει την πιθανότητα υπάρξεως κάποιας καρδιοπάθειας που να σχετίζεται με τη δεδομένη αρρυθμία.

Εάν όλες οι εργαστηριακές εξετάσεις αποδειχθούν φυσιολογικές, τότε η αρρυθμία είναι καλοήθης άνευ ιδιαίτερης σημασίας.

Αντίθετα εάν η αρρυθμία αποδειχθεί ότι συνδέεται με καρδιολογική πάθηση που πιθανόν να απειλήσει και τη ζωή τότε η περαιτέρω διερεύνηση της αρρυθμίας χρειάζεται ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Η μελέτη αυτή γίνεται με τη χρήση ηλεκτροδίων τα οποία δίνουν ηλεκτρικά ερεθίσματα στην καρδιά και ταυτόχρονα καταγράφουν το αποτέλεσμά τους.

Έτσι είναι δυνατόν κατά τη διάρκεια της μελέτης να προκληθεί αρρυθμία ή ακόμα και η συγκεκριμένη αρρυθμία που καταγράφηκε στο ηλεκτροκαρδιογράφημα. Με αυτόν τον τρόπο διευκρινίζεται ο μηχανισμός που παράγει την αρρυθμία.

Κατά τη διάρκεια της μελέτης είναι δυνατόν να δοκιμασθεί η αποτελεσματικότητα αντιαρρυθμικών φαρμάκων με στόχο τα φάρμακα αυτά να χορηγηθούν στον ασθενή για την ουσιαστική αντιμετώπιση της αρρυθμίας του.

Σε άλλες πάλι περιπτώσεις είναι αναγκαία η ηλεκτρική καταστροφή του κέντρου παραγωγής της αρρυθμίας ή των ηλεκτρικών της διαδρομών με χορήγηση ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής ενέργειας. Είναι το γνωστό ‘Ablation’. Έτσι, είναι δυνατόν να καταστραφούν οι εστίες που προκαλούν την κολπική μαρμαρυγή και διάφορες ειδικές αρρυθμίες που χαρακτηρίζονται είτε υπερκοιλιακές ή κοιλιακές.

Εάν και η μέθοδος αυτή (ablation) αποτύχει, τότε οι αρρυθμίες ανάλογα με την περίπτωση αντιμετωπίζονται είτε με βηματοδότη είτε με απινιδωτή δηλαδή με ειδική συσκευή που όταν εκδηλωθεί η αρρυθμία που είναι επικίνδυνη για τη ζωή αυτόματα η συσκευή ενεργοποιείται και σταματά την αρρυθμία.

Όμως, δεν υπάρχει λόγος για ανησυχία. Μόνο το 10% των αρρυθμιών αποδεικνύεται με τη διερεύνηση ότι είναι επικίνδυνο για τη ζωή. Αλλά και γι’ αυτές ακόμα τις αρρυθμίες υπάρχει αισιοδοξία γιατί με τις σύγχρονες καρδιολογικές εξελίξεις είναι αντιμετωπίσιμες.