Τα εμβόλια περιέχουν αντιγόνα του παθογόνου οργανισμού, τα οποία προκαλούν έντονη ανοσοποιητική απάντηση, χωρίς να προκαλούν νόσο. Η γενικευμένη εφαρμογή ορισμένων εμβολίων κατά την παιδική ηλικία συνοδεύτηκε από μια σημαντική πτώση της επίπτωσης και των θανατηφόρων επιπλοκών σε μία σειρά από σοβαρά νοσήματα (ευλογιά, διφθερίτιδα κ.λπ.).

Παρά τον γενικό προβληματισμό αναφορικά με τις παρενέργειες των εμβολίων που έχει αναπτυχθεί παγκοσμίως από μία μερίδα πολιτών και συνεπικουρείται από μία ομάδα κυρίως ομοιοπαθητικών ιατρών, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη θεαματική πτώση ορισμένων θανατηφόρων λοιμογόνων στις αναπτυγμένες χώρες μετά την εφαρμογή καθολικών εμβολιασμών κατά την παιδική ηλικία.

Κανείς επίσης δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια και να παραβλέψει την αυξημένη παιδική θνησιμότητα από ορισμένες λοιμώξεις, στις χώρες όπου ο εμβολιασμός είναι ανύπαρκτος. Έτσι, ανεξάρτητα από τις όποιες επιφυλάξεις μπορεί να υπάρχουν γενικώς σχετικά με τα εμβόλια, το προσδοκώμενο όφελος από τον εμβολιασμό για ορισμένα από τα λοιμώδη νοσήματα και για την πλειοψηφία των ατόμων υπερβαίνει τις παρενέργειες, γεγονός που δεν παρατηρείται μόνο σε ορισμένες πειραματικές έρευνες, αλλά συνάδει με τις κλινικές παρατηρήσεις κατά τη μαχόμενη ιατρική πράξη.

Παρά την έλλειψη επαρκών τυχαιοποιημένων, διπλών τυφλών μελετών για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου της γρίπης αναφορικά με την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών, ο εμβολιασμός για τη γρίπη γενικεύτηκε ήδη από το 1980, στον ηλικιωμένο πληθυσμό των ΗΠΑ.

Το προσδοκώμενο όφελος από την γενίκευση του εμβολιασμού αναμένονταν υψηλό κατ' αναλογία με τα υπόλοιπα εμβόλια, αναφορικά με την πτώση της θνησιμότητας από τη γρίπη στους ηλικιωμένους στους οποίους κατεξοχήν (αν και όχι μόνο) ο ιός της κλασικής γρίπης προκαλεί θανάτους.

Το 2007 το έγκυρο ιατρικό περιοδικό Lancet Infect Dis. Oct 7(10):658-66, δημοσιεύει δεδομένα από πρόσφατη έρευνα των SIMONSEN AND AL από το ΑRCHIVES INTERNAL MEDICINE, με τίτλο που έσκασε ως βόμβα στα αυτιά της παγκόσμιας επιστημονικής ιατρικής κοινότητας:

Mortality benefits of influenza vaccination in elderly people: an ongoing controversy.
Στη μεγάλη αυτή επιδημιολογική έρευνα οι ερευνητές αναλύουν όλους τους θανάτους των ηλικιωμένων στις ΗΠΑ από το 1968 έως το 2001 και παρατηρούν ότι ενώ ο εμβολιασμός για τη γρίπη αυξήθηκε από 15-20% στο 65% στην χώρα στους ηλικιωμένους, αυτό δεν οδήγησε σε αντίστοιχη πτώση της θνησιμότητας από την γρίπη στην ομάδα αυτή.

Οι ηλικιωμένοι δηλαδή που κατεξοχήν αναμένονταν να προστατευτούν, δεν προστατεύτηκαν.

Δεδομένα από τυχαιοποιημένες διπλές τυφλές μελέτες σε όλες τις ηλικίες, συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης μικρής προστατευτικής κάλυψης έναντι της κοινής γρίπης από τα υπάρχοντα εμβόλια της γρίπης, γεγονός που παρατηρείται και στην καθημερινή ιατρική πρακτική και παρά την εργαστηριακή αύξηση των προστατευτικών μετά τον εμβολιασμό αντισωμάτων, σε αρκετές περιπτώσεις.

Η ρήση του λοιμωξιολόγου Charles Smith και DAVENPORT, στο INFECTIOUS DISEASES (GORBACH, page 1740) το 1992, είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ: Η γρίπη παραμένει η τελευταία μεγάλη μάστιγα του ανθρώπου που δεν έχει ακόμη ελεγχθεί.

Τα δεδομένα αυτά αφορούν βέβαια την εποχική γρίπη και όχι τη γρίπη των χοίρων, η ικανότητα όμως των ιών της γρίπης να διαφεύγουν από την ανοσολογική προστασία, που επιχειρείται να αποκτηθεί με τα εμβόλια, αποτελεί μία από τις αιτίες της πεποίθησης ενός μεγάλου μέρους της παγκόσμιας ιατρικής επιστημονικής κοινότητας, ότι το πολυδιαφημισμένο τείχος προστασίας που υποτίθεται ότι θα προσφέρει το νεοφερμένο εμβόλιο στις χώρες που εμβολιάζουν μαζικά τους πάντες, θα αποδειχτεί στην ιατρική πράξη χάρτινο.

Η μειωμένη αποτελεσματικότητα των αντιγριπικών εμβολίων είναι ένας από τους λόγους που τα κοινά αντιγριπικά εμβόλια, τα οποία παράγονται επί χρόνια με την ίδια τεχνογνωσία που παράγεται και το νέο εμβόλιο, δεν εφαρμόζονται παραδοσιακά σε όλο τον πληθυσμό, σε καμία χώρα, παρά τις εύλογες πιέσεις που ασκούνται από ορισμένα οικονομικά συμφέροντα.

Ο ιός της γρίπης απομονώθηκε στους ανθρώπους για πρώτη φορά το 1933. Οι ιοί της γρίπης είναι μέλη της οικογένειας των ορθομυξοιών και δομικά χαρακτηρίζονται από ένα κεντρικό ριβονουκλεοτιδικό πυρήνα, που περιβάλλεται από μία θήκη στην οποία ευρίσκονται λιπίδια και γλυκοπρωτεΐνες.

Το γένωμα του ιού είναι RNA.

Ανάλογα με τα γενικά αντιγονικά χαρακτηριστικά, οι ιοί της γρίπης διαιρούνται σε γενικούς τύπους (Α, Β, C κλπ).

Επειδή οι HA και ΝΑ γλυκοπρωτείνες στη επιφάνεια των ιών, εμπλέκονται στο κρίσιμο στάδιο της προσβολής των κυττάρων του ξενιστή, είναι πολύ σημαντικοί για την ανάπτυξη ανοσίας. Αντισώματα έναντι αυτών των γλυκοπρωτεινών, εμποδίζουν την ανάπτυξη φλεγμονής στις κυτταρικές πειραματικές καλλιέργειες.

Υπάρχουν πάνω από δεκατρείς υπότυποι του ΗΑ (Η1, Η2, Η3, κλπ.) και πάνω από εννέα υπότυποι ΝΑ (Ν1, Ν2, Ν3κλπ). Ανάλογα με το είδος των γλυκοπρωτεϊνών έχουμε και τον ανάλογο χαρακτηρισμό του στελέχους της γρίπης Η1Ν1, Η3Ν2 κλπ.

Οι ιοί της γρίπης έχουν αναπτύξει πολλούς μηχανισμούς γρήγορης αλλαγής των αντιγονικών περιβλημάτων, ούτως ώστε να μην αναγνωρίζονται από τα υπάρχοντα αντισώματα. Αυτό είναι ένα από τα κύρια προβλήματα στην ανάπτυξη εμβολίων αποτελεσματικής μαζικής πρόληψης κατά τη μαχόμενη ιατρική πράξη, με την υπάρχουσα τεχνογνωσία.