Η φυματίωση είναι λοιμώδης νόσος η οποία οφείλεται στο σύμπλεγμα των μυκοβακτηριδίων της φυματίωσης. Το κατεξοχήν αίτιο της φυματίωσης είναι το mycobacterium tuberculosis.

Το Μυκοβατηρίδιο της Φυματίωσης αναπτύσσεται παρουσία οξυγόνου και με βέλτιστη θερμοκρασία αυτή των 37ο βαθμών Κελσίου, ενώ επιζεί στο σκοτάδι και τα αποξηραμένα πτύελα. Καταστρέφεται σε θερμοκρασία 60ο βαθμών κελσίου εντός 15-20 λεπτών, και είναι ευαίσθητο στο ηλιακό φώς.

Υποδόχο της νόσου είναι κυρίως ο άνθρωπος και σε ορισμένες περιπτώσεις τα νοσούντα βοοειδή. Ο χρόνος επώασης κατά μέσο όρο υπολογίζεται στις 3-8 εβδομάδες , ενώ η περίοδος μεταδοτικότητας διαρκεί για όσο διάστημα αποβάλλονται μυκοβακτηρίδια με τα πτύελα.

Στα άτομα τα οποία δεν έχουν λάβει αποτελεσματική θεραπεία , είναι δυνατόν η αποβολή θετικών να είναι διαλείπουσα και όχι συνεχείς για χρόνια.

Κύρια πύλη εισόδου του μυκοβακτηριδίου στον οργανισμό είναι το αναπνευστικό σύστημα και σπανιότερα το πεπτικό σύστημα το δέρμα και οι βλεννογόνοι.

Η αερογενής μετάδοση επιτυγχάνεται με την εισπνοή σταγονιδίων τα οποία εκτοξεύονται με τον πταρμό και το βήχα των νοσούντων, καθώς και με την εισπνοή σωματιδίων σκόνης τα οποία προέρχονται από αποξηραμένα πτύελα περιέχοντα το μυκοβακτηρίδιο.

Η μετάδοση δια του πεπτικού συστήματος ήταν συνηθισμένη τα παλαιότερα έτη με την κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που προέρχονταν από μολυσμένα βοοειδή χωρίς προηγουμένως να έχει διενεργηθεί η διαδικασία της παστερίωσης.

Η μετάδοση με μολυσμένα αντικείμενα είναι σπάνια και ο άμεσος ενοφθαλμισμός του δέρματος και των βλεννογόνων είναι σπανιότατη περίπτωση και αφορά κυρίως τους χειρουργούς και τους εργαζόμενους σε μικροβιολογικά εργαστήρια.

Στην Ελλάδα περιλαμβάνεται στο εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών το BCG και εφαρμόζεται στην ηλικία των 6 ετών σε παιδιά με αρνητική mantoux. Το BCG περιλαμβάνει εναιώρημα παθογόνου στελέχους μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης βοείου τύπου (M.

Bovis) το οποίο είναι αδρανοποιημένο, δηλαδή έχει χάσει την λοιμογόνο ιδιότητά του ενώ έχει διατηρήσει την αντιγονική του ισχύ, προκαλώντας κυτταρική ανοσία η οποία διαρκεί περίπου 10 και πλέον έτη. Εάν ο εμβολιασμός δεν έχει πραγματοποιηθεί στην παιδική ηλικία μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιαδήποτε ηλικία εφόσον έχει προηγηθεί αρνητική φυματιναντίδραση mantoux.

Οι ομάδες στις οποίες ευνοείται η μετάδοση είναι οι επαγγελματίες υγείας, οι οροθετικοί- HIV, καθώς και οι τρόφιμοι ιδρυμάτων όπως των οίκων ευγηρίας, ψυχιατρείων, ξενώνων, και οι στρατεύσιμοι.

Παράγοντες οι οποίοι ευνοούν τη μετάδοση είναι η μη έγκαιρη εντόπιση των πασχόντων, ο συνωστισμός, οι κακές συνθήκες υγιεινής, και έλλειψη μέτρων προστασίας.

Η πολιτεία έχει χρέος συνεχώς να επικαιροποιεί το αντιφυματικό πρόγραμμα, να λαμβάνει μέριμνα ώστε να δημιουργούνται πλήρως εξοπλισμένα αντιφυματικά ιατρεία και αν αυτό είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σε κάθε γενικό νοσοκομείο, να προβαίνει σε ενημέρωση του πληθυσμού για τους τρόπους μετάδοσης της νόσου και τα μέτρα πρόληψης, να οργανώνει συνεργεία τα οποία θα επισκέπτονται χώρους υψηλής επικινδυνότητας (χώροι φιλοξενίας αστέγων, λαθρομεταναστών, καταυλισμούς Ρομά, σχολεία κ.λ.π) για έλεγχο με mantoux και παροχή οδηγιών.