Τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης (ΣΔΚ);

Έτσι αποκαλείται η εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη (δηλαδή αυξημένου σακχάρου στο αίμα) για πρώτη φορά στη διάρκεια εγκυμοσύνης.

Ποιες κατηγορίες εγκύων γυναικών έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν ΣΔΚ;

Τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν ΣΔΚ έχουν οι γυναίκες των οποίων το ιστορικό περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:

  • προηγούμενος σακχαρώδης διαβήτης της κύησης,
  • παχυσαρκία,
  • σακχαρώδης διαβήτης στην οικογένεια,
  • ηλικία μεγαλύτερη από τα 30 έτη,
  • γέννηση μωρού με βάρος μεγαλύτερο από 4 κιλά,
  • εμφάνιση αυξημένης αρτηριακής πίεσης στη διάρκεια προηγούμενης εγκυμοσύνης,
  • προηγούμενος ενδομήτριος θάνατος εμβρύου,
  • εμφάνιση σακχάρου στα ούρα.

Πρέπει να τονίσουμε ότι η παρουσία αυτών των παραγόντων κινδύνου δε σημαίνει υποχρεωτικά ότι θα εμφανιστεί ΣΔΚ. Επίσης, ισχύει και το αντίθετο, δηλαδή γυναίκες χωρίς κανέναν από τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου μπορεί να παρουσιάσουν ΣΔΚ.

Πώς γίνεται η διάγνωση του ΣΔΚ;

Η συνηθέστερη και απλούστερη διαδικασία που προτείνεται είναι η εκτέλεση της δοκιμασίας ανίχνευσης του ΣΔΚ. Για τη δοκιμασία αυτή δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία ούτε χρειάζεται η έγκυος γυναίκα να είναι νηστική. Χορηγούμε 50 γρ.

γλυκόζης με τη μορφή σακχαρούχου υγρού και σε μία ώρα λαμβάνεται αίμα. Αν η τιμή γλυκόζης πλάσματος είναι μικρότερη από 140mg/dl, θεωρείται ότι η έγκυος δεν παρουσιάζει ΣΔΚ. Αν η γλυκόζη πλάσματος είναι υψηλότερη των 140mg/dl, τότε πρέπει να ακολουθήσει η διαγνωστική σακχαραιμική καμπύλη, που φαίνεται στο σχετικό πίνακα.

Αν μια τιμή ξεπερνά αυτά τα όρια, τότε έχουμε διάγνωση ΣΔΚ. Η δοκιμασία πρέπει να γίνεται το πρωί ύστερα από 8ωρη – 14ωρη νηστεία. Η εξεταζόμενη έγκυος πρέπει τουλάχιστον τις τρεις προηγούμενες μέρες να τρώει κανονικά (αρκετά ζυμαρικά – φρούτα), χωρίς να κάνει δίαιτα, και να μην περιορίζει τη φυσική της δραστηριότητα.

Πρέπει να τονιστεί ότι ένα ποσοστό περίπου 15% των γυναικών που έχουν θετικό αποτέλεσμα στην πρώτη δοκιμασία ανίχνευσης αποδεικνύεται ότι δεν έχει ΣΔΚ βάσει των αποτελεσμάτων της διαγνωστικής σακχαραιμικής καμπύλης.

Ποια είναι η θεραπευτική αντιμετώπιση του ΣΔΚ;

Ο θεραπευτικός στόχος είναι η διατήρηση του σακχάρου αίματος στα φυσιολογικά επίπεδα μέχρι το τέλος της εγκυμοσύνης. Για να είμαστε σίγουροι ότι επιτυγχάνεται αυτός ο στόχος πρέπει η ίδια η έγκυος να μάθει να μετρά μόνη της το σάκχαρό της.

Ένα σωστό διαιτολόγιο θα διαμορφωθεί προσαρμοσμένο στις ανάγκες της κύησης, στο σωματικό βάρος και στις προτιμήσεις της. Αν δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι μαιευτικοί λόγοι που να την αποτρέπουν, η σωματική άσκηση, όπως για παράδειγμα το περπάτημα μετά τα γεύματα, μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση του σακχάρου.

Αν παρά ταύτα δεν επιτυγχάνονται επίπεδα σακχάρου μέσα στα φυσιολογικά όρια, τότε θα χορηγηθεί ινσουλίνη. Η ινσουλίνη έχει το πλεονέκτημα να μην περνά μέσω του πλακούντα στο έμβρυο. Αμέσως μετά τον τοκετό επιβάλλεται η διακοπή της χορήγησης ινσουλίνης.

Ποιες πιθανές βλάβες στο έμβρυο προλαμβάνει η θεραπεία του ΣΔΚ;

Η διάγνωση και η άμεση θεραπευτική αντιμετώπισή του έχει ως μοναδικό στόχο να προφυλάξει το έμβρυο από μια παθολογική κατάσταση που περιγράφεται ως μακροσωμία. Η μητέρα με ΣΔΚ παρουσιάζει αυξημένη ποσότητα σακχάρου στο αίμα.

Το σάκχαρο αυτό περνάει στον πλακούντα και διεγείρει το πάγκρεας του εμβρύου, το οποίο παράγει μεγάλες ποσότητες ινσουλίνης. Ο συνδυασμός αυτών των μεγάλων ποσοτήτων στο έμβρυο με την αυξημένη προσφορά σακχάρου και άλλων θρεπτικών συστατικών από το αίμα της μητέρας έχει ως αποτέλεσμα την υπερβολική ανάπτυξη του εμβρύου που εκφράζεται με τη συσσώρευση λίπους στο σώμα του.

Το έμβρυο έτσι γίνεται μακροσωματικό και το βάρος στη γέννηση μπορεί να ξεπερνά τα 4 κιλά.

Η γέννηση ενός μακροσωματικού νεογνού παρουσιάζει δυσκολίες στον τοκετό. Επίσης, αμέσως μετά τη γέννηση μπορεί το βρέφος να παρουσιάσει υπογλυκαιμία επειδή συνεχίζει να παράγει ποσότητα ινσουλίνης, ενώ η προσφορά σακχάρου από τη μητέρα έχει διακοπεί μετά τον τοκετό.

Τέλος, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι τα παιδιά μητέρων με ΣΔΚ παρουσιάζουν στην εφηβεία πιο συχνά παχυσαρκία και διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. Υπάρχουν πρόσφατες ενδείξεις ότι το υπεργλυκαιμικό περιβάλλον μέσα στη μήτρα όπου αναπτύσσεται το έμβρυο, μπορεί να συμβάλει στην προδιάθεση για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικη ζωή ανεξάρτητα από την κληρονομική προδιάθεση (δηλαδή τα γονίδια που κληρονομεί από τους γονείς).

Πρέπει να γίνει σαφές ότι όλες αυτές οι δυσμενείς για το έμβρυο καταστάσεις προλαμβάνονται με την έγκαιρη θεραπεία του ΣΔΚ.

Κριτήρια διάγνωσης ΣΔΚ

Χορήγηση 75 γρ. γλυκόζης από το στόμα.

Μέτρηση γλυκόζης αίματος ανά ώρα επί δίωρο.

Γλυκόζη νηστείας 92mg/dl

Γλυκόζη 60’  180mg/dl

Γλυκόζη 120’  152mg/dl

Πηγές: Θένια Κουτσούμπα, Ενδοκρινολόγος – Διαιτολόγος ΛΗΤΩ