Αν κανένα από τα τεστ γονιμότητας που έχουν προηγηθεί δεν έχει καταδείξει ένα λόγο για την υπογονιμότητα του ζευγαριού, τότε ο γιατρός μπορεί να προτείνει το τεστ των Αντισπερματικών Αντισωμάτων. Η χρησιμότητα όμως του τεστ αυτού αμφισβητείται και πολλοί γιατροί συστήνουν την ίδια θεραπεία υπογονιμότητας ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά του.

Το τεστ ανιχνεύει αντισώματα που κινούνται ενάντια στα σπερματοζωάρια και τα αδρανοποιούν ή και τα εξολοθρεύουν, εμποδίζοντας έτσι την γονιμοποίηση του ωαρίου. Πρόκειται για μια δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος του άντρα η οποία λαμβάνει χώρα όταν παράγεται το σπέρμα.

Οι παράγοντες που πιθανόν να παίζουν κάποιο ρόλο στην υπερευαισθησία αυτή του ανοσοποιητικού συστήματος είναι ο τραυματισμός των όρχεων, οι πιθανές λοιμώξεις (ορχίτιδα, επιδιδυμίτιδα) και οι χειρουργικές επεμβάσεις (απολίνωση σπερματικού πόρου).



Το τεστ μετά την σεξουαλική επαφή

Το τεστ αυτό είναι επίσης γνωστό και με άλλα ονόματα: post coital test, ή uhner τεστ ή Sims - Huhner τεστ.
Η δοκιμασία αυτή αναλύει την τραχηλική βλέννη μετά την σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλακτικό και ερευνά την ύπαρξη και την κινητικότητα του σπέρματος στο περιβάλλον του γυναικείου κόλπου.

Η χρησιμότητα αυτού του τεστ αμφισβητείται σε μεγάλο βαθμό από τους ιατρούς της αναπαραγωγής, γιατί είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς το αποτέλεσμά του όσον αφορά την αλλαγή της πορείας της θεραπείας του ζευγαριού.

Το τεστ πραγματοποιείται αν υπάρχει φυσιολογικά ωορρηξία στη γυναίκα, οι σάλπιγγές της είναι βατές και το σπερμοδιάγραμμα του άνδρα έχει φυσιολογικές τιμές. Γίνεται την ημέρα πρίν την ωορρηξία, όταν δηλαδή η τραχηλική βλέννη είναι λεπτή και ελαστική και αφήνει έτσι τα σπερματοζωάρια να διεισδύσουν στη μήτρα.

Ο γιατρός συλλέγει το κολπικό υγρό 2-4 ώρες μετά την σεξουαλική επαφή και ο εμβρυολόγος το εξετάζει στο μικροσκόπιο.

Το τεστ αυτό είναι απλό, αλλά τα αποτελέσματά του μπορούν εύκολα να μην αξιολογηθούν σωστά αν έχει γίνει λάθος υπολογισμός της ημέρας ωορρηξίας ή έχουν χρησιμοποιηθεί λιπαντικά κατά τη σεξουαλική επαφή.