Της ψυχολόγου Ειρήνης Λεβεντάκη

Σπαράσσεται η μνήμη μέσα από τις αφηγήσεις δέκα γυναικών - η καθεμία με διαφορετική ηλικία, από δεκατεσσάρων έως εξήντα ετών - που έχουν κάνει άμβλωση. Όλες με διαφορετική προέλευση και αίσθηση του φοβερού χορού της γονιμότητας.

Σε όλες χαράχτηκε κάτι κοινό. Δεν ξέχασαν αυτή την εμπειρία.

Η πρώτη1 λέει: 'Θυμάμαι τα στρογγυλά φώτα από πάνω μου, τη φωνή του γιατρού που έλεγε 'ανάπνεε αργά'… το σβήσιμο των αισθήσεων… και τη φρίκη στην ψυχή μου όταν ξανάνοιξα τα μάτια. Ο Θεός να με συγχωρέσει! Δεν θα το ξανακάνω ποτέ πια, ποτέ!

Βλέπω τα παιδάκια κι έχω μια μόνιμη πίκρα στην καρδιά μου… Τώρα, βέβαια, βλέπω την κόρη μου και τη χαίρομαι, αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω ούτε λεπτό εκείνη την 'εμπειρία'… δηλαδή την ψυχή που σκότωσα… Πώς θα ήταν αν ζούσε τώρα; Θα ήταν αγόρι ή κορίτσι; Θα μου έμοιαζε; Ερωτηματικά ατελείωτα'.

Η δεύτερη έχει σκληρή έκφραση στο πρόσωπο κι ενώ μου μιλά το βλέμμα της είναι καθηλωμένο. 'Έχω κάνει δεκατέσσερις εκτρώσεις! Δυο αποτυχημένους γάμους, με δυο υπέροχους ανθρώπους. Για τα διαζύγια απ’ ότι καταλαβαίνετε, φταίω εγώ.

Η δασκάλα μου στο άσραμ2 μου λέει συνέχεια ότι έτσι έπρεπε να γίνει, καρμικά δηλαδή, με καταλαβαίνετε; Προσπαθώ με τον διαλογισμό να βοηθηθώ, μήπως και σταματήσουν αυτά τα όνειρα. Είναι δεκατέσσερις σκιές που έρχονται κάθε βράδυ στον ύπνο μου.

Ξυπνώ τόσο βαριά και δεν χαίρομαι πια τίποτα. Δεν καταλαβαίνω, πώς ζει ο κόσμος; Πού βρίσκει τη δύναμη να περνά την κάθε μέρα, την κάθε ώρα. Δεν χαίρομαι τίποτα, με ακούτε, τίποτα! Ούτε τα παιδιά μου ούτε τη δουλειά μου… τίποτα.

Τώρα πείτε μου, τι έχω, κατάθλιψη, τι, έχω τρελαθεί; Θα με βοηθήσετε; Τι ψυχοθεραπευτική μέθοδο χρησιμοποιείτε';

Η τρίτη: 'Τι ταλαιπωρία, δεν σας λέω. Άγχος, ένταση, ενοχές. Ποιος φταίει και ποιος δεν φταίει; Βέβαια δεν μιλάω καθόλου. Τι να πω στον άντρα μου, ότι έχω κάνει έκτρωση στα είκοσι εφτά μου; Αδύνατον! Να, τότε συνέλαβα αμέσως, τώρα δεν αντέχω άλλο με τις εξωσωματικές.

Αχ! Αν το είχα κρατήσει δεν θα ήταν του Βαγγέλη, δεν θα τον γνώριζα ποτέ με ένα παιδί. Ίσως ο Αντώνης να με είχε παντρευτεί, ίσως – χίλια δύο. Αν το ήξερα πριν, Θεέ μου αν το ήξερα. Τι να πω η ζωή είναι μυστήριο, πού να ξέρεις πώς θα πάνε τα πράγματα.

Τώρα θέλω τόσο πολύ ένα παιδί, μακάρι να πιάσει αυτή η προσπάθεια γιατί αυτή η θεραπεία με έχει κουράσει'.

Η Κλεοπάτρα είναι πολύ θυμωμένη. 'Μ’ έστειλε η μάνα μου, έλεγε όλη την ώρα 'είναι αδύνατον να το κρατήσουμε, δουλεύω μέρα-νύχτα και δεν βγαίνουμε, είσαι μικρή ακόμη, έχεις καιρό να κάνεις όσα θέλεις, θα δεις, ούτε που θα το θυμάσαι…' Καπάκι βρέθηκε και ο Τόλης.

Τι δεν μου έταξε … φορέματα, ότι θέλω, club, τα καλύτερα, είχε και μια κούρσα φοβερή, πολλά λεφτά. Τα πλήρωσε όλα εκείνος. Τότε νόμιζα ότι ήταν ο άγγελός μου, τώρα, μετά από δυο χρόνια στα δεκάξι μου, πιστεύω ότι είναι διάβολος.

Η Κλεοπάτρα φυσά τον καπνό από το τσιγάρο που ρουφά με μανία, και συνεχίζει: 'Με κορόιδεψε, γίνονται διάφορα τώρα και δεν ξέρω πώς θα ξεμπλέξω. Σταμάτησα το σχολείο, έμενα συνέχεια από απουσίες. Έχω φοβερά νεύρα, φοβερά! Άμα μου τη δώσει μπορώ να πλακώσω στο ξύλο άνθρωπο στο δρόμο.

Κάποιες φορές κάθομαι στο σπίτι και κλαίω ασταμάτητα. Ουφ! Βοήθεια! Αν είχα κρατήσει το μωρό τώρα θα ήμουν καλύτερα, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Γιατί το έκανα Θεέ μου; Η μάνα μου τα φταίει όλα'.

Η Αντιγόνη μιλά και κλαίει. 'Μόλις άνοιξα τα μάτια μου, είχα μια αίσθηση αμφιβολίας, πώς να το πω; Να, έλεγα τώρα τι γίνεται; Δεν πρόλαβα να σκεφτώ πολλά γιατί ήρθε ο γιατρός για να πάρει τα χρήματα και  να δει πώς είμαι.

Του είπα ότι είμαι ανακουφισμένη, μου έφυγε ένα βάρος, ότι τώρα είμαι ελεύθερη! Μάλιστα, τώρα μπορώ να διαλέξω κάποιον που με αγαπάει αληθινά. Θα χωρίσω από αυτόν τον ψεύτη, που έχω μπλέξει. Επιτέλους! Θα κάνω τη ζωή μου όπως την έχω ονειρευτεί.

Φεύγοντας από το μαιευτήριο, στο πρώτο φανάρι μ’ έπιασε κόκκινο. Πέρασε μια κυρία που περπατούσε αργά, με το νεογέννητο, στο καροτσάκι. Ήταν πανέμορφο, σαν αγγελούδι! Καρφώθηκε πάνω του το βλέμμα μου. Άκουσα μια φωνή μέσα μου.

'Θα μπορούσε να ήταν δικό σου, αλλά εσύ μόλις το πέταξες στα σκουπίδια! Κι αν δεν αποκτήσεις άλλο ποτέ;' Η ψεύτικη ανακούφιση έγινε μονομιάς βράχος στην ψυχή μου. Έχει μείνει πολύ βαθιά χαραγμένο μέσα μου αυτό το βίωμα'.

Η Λίτσα έχει κάπως παγερό ύφος, όταν μου λέει: 'Έχω δυο παιδιά, το δεύτερό μου ο Μανώλης βγήκε άρρωστο. Πριν πέντε χρόνια, αφού το τρέχαμε σε χίλιους δυο γιατρούς, στο τέλος μας ανακοίνωσαν ότι έχει αυτισμό. Δεν προλαβαίναμε να το πηγαίνουμε στα διάφορα.

Πότε στον παιδοψυχίατρο, πότε στη λογοθεραπεία, πότε στην ψυχοκινητική. Βέβαια, όπως καταλαβαίνετε, όλα αυτά έχουν και έξοδα. Όταν ο Μανώλης ήταν σχεδόν δύο ετών και δεν γνωρίζαμε ακόμα την πάθησή του, είχα μείνει έγκυος.

Εκείνη την εποχή ήμουν κουρασμένη, παρότι δεν μπορώ να πω, έχω βοήθεια. Έχω τη μάνα μου, την πεθερά μου, τη γυναίκα για το σπίτι, την κοπέλα για τα παιδιά, ναι, δεν μπορώ να πω. Αλλά πού να φανταστώ τι με περίμενε; Τι να πω; Μήπως με τιμώρησε ο Θεός; Δεν πιστεύω κιόλας! Δεν θέλω να τα σκέφτομαι γιατί με πιάνει απελπισία.

Να, επί παραδείγματι, αναρωτιέμαι, αν είχα το τρίτο, τώρα θα είχα δυο χαρές, κι ο Ντίνος μου δεν θα ήταν μόνος του με έναν άρρωστο αδελφό'.

Η Ελεάνα είναι καλλιτέχνις. 'Έμεινα έγκυος στην πιο ακατάλληλη στιγμή της ζωής μου. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα τότε. Είχα προβλήματα όλων των ειδών. Δεν είχα δουλειά, ανακάλυψα ότι ο άνδρας μου με απατάει συστηματικά με διάφορες.

Όταν του ανακοίνωσα ότι είμαι έγκυος, έκανε σαν τρελός. Άρχισε να λέει ότι δεν πιστεύει ότι είναι δικό του. Είχε τους λόγους του βέβαια… Ένιωθα τόσο ανασφαλής, όσο ποτέ στη ζωή μου. Σκεφτόμουν, τι φταίει τώρα αυτό το πλάσμα να γεννηθεί μέσα σε όσα προβλήματα; Πήγαμε λοιπόν και το έριξα.

Τα πράγματα όμως δεν καλυτέρεψαν, χειροτέρεψαν τόσο, που κατέληξα με ψυχοφάρμακα. Ο άλλος άρχισε να σηκώνει και χέρι. Κάποια στιγμή δεν άντεχα άλλο, είχα μεγάλο βάρος στην ψυχή μου. Πήγα κι εξομολογήθηκα. Δεν είχα ξαναπάει σε παπά.

Ούτε που το φανταζόμουν, εγώ αυτά τα κορόιδευα. Σιγά-σιγά όμως έκοψα τα ψυχοφάρμακα κι έτσι πήρα τη ζωή μου στα χέρια μου, ή μάλλον, την άφησα στα χέρια του Θεού'.

Η Δανάη κοντεύει τα εξήντα. 'Το ξέρω ότι δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Ούτε ψυχή έχει τους πρώτους μήνες. Είναι ένα τόσο δα πραματάκι… σιγά! Κάποιοι λένε ότι είναι φόνος. Σιγά! Έλα όμως που τα θυμάμαι όλα. Τόσα πράγματα έχω ξεχάσει, αυτό με τίποτα.

Κάθε λεπτομέρεια θυμάμαι. Σαν να βλέπω ταινία. Λέτε να είναι γιατί δεν έκανα παιδιά; Μα αφού δεν ήθελα, τι λέω. Κάποιες στιγμές της ζωής μου σκέφτομαι πώς θα ήταν τώρα, εάν είχα αυτά τα τέσσερα παιδιά. Τέλος πάντων. Με ενοχλεί που δεν μπορώ να τα ξεχάσω.

Τα φάρμακα που παίρνω μ’ έχουν βοηθήσει πολύ, δε λέω. Είμαι καλά, αλλά γιατί να μη με βοηθούν στο να ξεχάσω; Εσείς θα ξέρετε κάποιο τρόπο, δεν μπορεί;'

Η κυρία Βούλα είναι πολύ γλυκειά και ταπεινή, μου λέει: 'Είχα τρία αγόρια στην εφηβεία, δεν άντεχα άλλο. Δουλειά και σπίτι και με τον άντρα μου που μόνος του δεν τα κατάφερνε, και είναι και μέσα στη γκρίνια… Μόλις έμαθα ότι είμαι έγκυος, χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, γνωρίζοντας πολύ καλά τι πάω να κάνω, το έριξα.

Ήμουν τριάντα εννέα ετών στη μετέπειτα εγκυμοσύνη. Η Μαρία μου έχει σύνδρομο Ντάουν όπως είδατε. Ευτυχώς που πληρώνω κάθε μέρα σ’ αυτήν εδώ τη ζωή'.

Η Ιφιγένεια είναι εξήντα ετών. 'Τι κι αν πέρασαν τριάντα ολόκληρα χρόνια από τότε; Δεν το έχω ξεχάσει ούτε λεπτό. Νόμιζα ότι ήταν η πιο ακατάλληλη στιγμή της ζωής μου, αποδείχτηκε, εκ των υστέρων βέβαια, ότι ήταν η τελειότερη! Τότε, ήμουν και πολύ σίγουρη για την απόφασή μου.

Ούτε που μπορούσα να φανταστώ πώς θα ένιωθα μετά. Ένα μετά που έχει μείνει ανεξίτηλο'.

Από τη στιγμή της σύλληψης η ζωή πάλλεται, μετασχηματίζεται και μένει στην αιωνιότητα. Ευχές πολλές σε όλες τις γυναίκες, ούτως ώστε να φωτιστούν έγκαιρα και να λυτρωθούν μέσα από τις ζωές που θα γεννήσουν.

--------------------------------------------------------------------------------

1.Τα ονόματα στις αφηγήσεις αυτές δεν είναι τα πραγματικά, και λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να 'φωτογραφίσουν' τα συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν σκόπιμα παραλειφθεί, ώστε να τηρηθεί η επαγγελματική δεοντολογία.

Οι γυναίκες που μιλούν δεν ζήτησαν ψυχολογική βοήθεια για την άμβλωση, αλλά για άλλα προβλήματα.


2.Άσραμ: 'Κέντρο απομόνωσης' όπου κατοικούν και δέχονται τους μαθητές τους ή τυχόν επισκέπτες οι δάσκαλοι γιόγκα. Συχνά τα άσραμ στεγάζουν κοινόβια μαθητών κι επισκεπτών.