Η πρώτη περίγραφη της Σκλήρυνσης κατά πλάκας (ΣΚΠ) εμφανίζεται στο ημερολόγιο του Sir Augustu D’ Este, γιού του πρίγκηπα Αυγούστου Φρειδερίκου του Essex της Αγγλίας και νόθου εγγονού του αγγλικανού βασιλιά Γεωργίου του Γ'.

Στο ημερολόγιο αυτό αναφέρεται διεξοδικώς ότι εν έτει 1822, ο Sir Augustu D’ Este παρεβρέθη σε μια κηδεία, κατά τη διάρκεια της οποίας δυσκολευόταν να συγκρατήσει τα δάκρυά του από τη συγκίνηση. Με το τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας παρατήρησε, παρά την υποχώρηση των δακρύων, μία θόλωση της όρασης στο έναν οφθαλμό.

Η παραπάνω νευρολογική διαταραχή είχε ως αποτέλεσμα να αδυνατεί να διαβάσει ή να γράψει. Η όρασή του αποκαταστάθηκε πλήρως με την πάροδο κάποιων ημερών, αλλά εν συνεχεία εμφανίστηκαν επιπρόσθετα συμπτώματα, όπως μυϊκή αδυναμία των άκρων, μουδιάσματα στα δάκτυλα άμφω και αστάθεια κατά τη βάδιση.

Ο Sir Augustu D’Este πέθανε εν τέλει σε ηλικία 54 ετών, ψάχνοντας σε όλη του τη ζωή για την αιτία της αδιάγνωστης έως τότε ασθένειάς του.

Κάποια χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα εν έτει 1883, ο Σκωτσέζος παθολόγος Sir Robert Carswell, ένας από τους πιο σημαντικούς ιατρικούς εικονογράφους εκείνης της εποχής, επιχείρησε να απεικονίσει σε μία υδατογραφία την εγκάρσια τομή ενός νωτιαίου μυελού, που του κίνησε το ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια μιας νεκροψίας.

Στην υδατογραφία αυτή, απεικόνισε στο ένα ημιμόριο του νωτιαίου μυελού διασκορπισμένες κηλίδες σκληρυντικού και αποχρωματισμένου μυελικού ιστού. Ο ασθενής στον οποίον είχε διενεργηθεί η νεκροψία, εμφάνιζε κλινικά παράλυση των κάτω άκρων με σπαστικότητα.
Την ίδια ακριβώς εποχή, ο Γάλλος ανατόμος Jean Cruveilhier, δημοσιεύει ανατομικές εικόνες βλαβών του νωτιαίου μυελού και του εγκεφάλου 4 ασθενών του.

Μεταξύ των ασθενών, περιλαμβανόταν μια γυναίκα, 31 ετών, που εμφάνιζε κλινικά προοδευτική σπαστική παράλυση των κάτω άκρων. Ο Cruveilhier έδωσε στις παρατηρούμενες βλάβες την ονομασία sclerosis, από την ελληνική λέξη σκλήρυνση, προσπαθώντας να αποδώσει τη μορφολογία του σκληρυντικού και αποχρωματισμένου μυελικού ιστού.

Εκ των παρατηρήσεών του θεώρησε ότι πιθανώς είχε βρεί την αιτιολογία της άγνωστης έως τότε ασθένειας.

Εν έτει 1868, ο Jean-Martin Charcot, ένας από τους διάσημους Γάλλους νευρολόγους, κατάφερε να περιγράψει διεξοδικώς το κλινικό σύνδρομο που οδηγούσε στην παράλυση των άκρων των νοσούντων.

Ενώ εργαζόταν σε νοσοκομείο των Παρισίων, ανακάλυψε ότι πολλοί από τους ασθενείς που νοσήλευε, εμφάνιζαν τρόμο των άκρων και παράλυση, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας. Αρχικά θεωρήθηκε από συναδέλφους του ότι πρόκειται πιθανώς για τη γνωστή τότε τρομώδη παράλυση, η οποία αρχικά είχε περιγραφεί στην Αγγλία το 1817 σαν Νόσος του Πάρκινσον.

Ο Charcot όμως αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για μια διαφορετική ασθένεια, που χαρακτηριζόταν από τρόμο και σπασμωδικές κινήσεις των άκρων και γενικά του σώματος. Στην αυτοψία, οι ασθενείς παρουσίασαν στο κεντρικό νευρικό σύστημα απομυελινωτικές πλάκες ή ομαλές επιφάνειες, που είχαν σκληρυνθεί.

Την επόμενη χρονιά δημοσίευσε το πρώτο βιβλίο για τη νέα ασθένεια υπό το όνομα 'Η ιστολογία των σκληρυντικών πλακών'. Εκεί περιέγραψε διεξοδικά τα διαγνωστικά κλινικά κριτήρια (νυσταγμός, μυϊκή αδυναμία, διπλωπία, αταξία, δυσαρθρία) όπως και την ιστολογική εικόνα των βλαβών.

Η πρώτη ολοκληρωμένη περιγραφή του Charcot για τη ΣΚΠ παραμένει κλασική έως σήμερα και αποτελεί σημείο αναφοράς στην κατανόηση της νόσου.