Τι είναι η μιτοξαντρόνη και ποιος ο μηχανισμός δράσης της;

Η μιτοξαντρόνη ανήκει στην κατηγορία των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων που έχουν ταυτόχρονα και αντινεοπλασματική δράση. Πριν από τη χρήση της στη σκλήρυνση κατά πλάκας χρησιμοποιούνταν στον τομέα της ογκολογίας για την αντιμετώπιση ορισμένων μορφών καρκίνου, όπως το μεταστατικό καρκίνωμα του μαστού, η οξεία μυελοειδής λευχαιμία, και το non-Hodgkin λέμφωμα .

Πρόκειται για έναν αναστολέα των ενζύμων τοποϊσομεράση ΙΙ και RNA, που συμμετέχουν στη σύνθεση και επιδιόρθωση του DNA τόσο στα υγιή όσο και στα καρκινικά κύτταρα. Κατά συνέπεια διαταράσσει μέσω της δράσης της τον κυτταρικό κύκλο ζωής, οδηγώντας το κύτταρο σε απόπτωση (θάνατο).

Στη σκλήρυνση κατά πλάκας δρα μέσω της καταστολής της δράσης των Τ και Β λεμφοκυττάρων, που είναι υπεύθυνα για την επίθεση στο έλυτρο της μυελίνης και κατά συνέπεια για τα συμπτώματα της νόσου.

Ποιες οι ενδείξεις για τη χρησιμοποίηση της μιτοξαντρόνης;

Η χρήση της μιτοξαντρόνης στην αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας έχει αξιολογηθεί σε μία σειρά μελετών για μία περίπου δεκαετία. Μειώνει όχι μόνο την συχνότητα των υποτροπών της νόσου αλλά και την επιδείνωση της αναπηρίας του ασθενούς.

Χρησιμοποιείται κυρίως σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα μορφή της ΣΚΠ που εμφανίζουν υψηλή δραστηριότητα της νόσου (ήτοι > 2ώσεις τον χρόνο) ή προοδευτική επιδείνωση της αναπηρίας (κλίμακα αναπηρίας ΕDSS > 3), ή έλλειψη ικανοποιητικής απάντησης στη θεραπεία βάσης με ανοσοτροποποιητικά φάρμακα.

Επίσης χρησιμοποιείται στην δευτεροπαθώς προϊούσα μορφή της νόσου η οποία επιδεινώνεται ραγδαίως (αύξηση στην κλίμακα αναπηρίας ΕDSS>1 μονάδα/χρόνο) με ή χωρίς την εκδήλωση ώσεων.

Ποιος ο τρόπος εφαρμογής της;

Η μιτοξαντρόνη χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση κάθε 3 μήνες, σε δόση που κυμαίνεται από 3-12 mg/m2 επιφάνειας σώματος. Η έγχυσή της γίνεται αργά ενδοφλεβίως σε ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της μιας ώρας. Πριν την έγχυσή της χορηγείται ένα αντιεμετικό και ένα αντιϊσταμινικό φάρμακο από του στόματος για την αποφυγή παρενεργειών.

Η μιτοξαντρόνη μπορεί να χορηγηθεί μέχρι την επίτευξη της μέγιστης αθροιστικής δόσης, που είναι τα 140mg/m2 επιφάνειας σώματος. Η εγκατάσταση της δράσης της αναμένεται μετά τον 2ο με 3ο κύκλο θεραπείας.

Παρόλη την έλλειψη ερευνών σχετικά με τη θεραπευτική στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με μιτοξαντρόνη, ισχύει ο γενικός κανόνας ότι επί ενδείξεως σταθεροποίησης της ασθένειας για πάνω από ένα χρόνο (δηλαδή καμία επιδείνωση της κλινικής εικόνας, και σταθεροποίηση των απεικονιστικών ευρημάτων στη μαγνητική τομογραφία) μπορεί ο ασθενής να επιστρέψει στην ανοσοτροποιητική θεραπεία με ιντερφερόνες-β ή οξική γλατιραμέρη.

Ποιες οι παρενέργειες της μιτοξαντρόνης;

Πριν την έναρξη μιας ανοσοκατασταλτικής θεραπείας με μιτοξαντρόνη πρέπει να ενημερωθεί ο ασθενής για τις ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται για την εμφάνιση πιθανής αμηνόρροιας, η οποία αποτελεί επί ηλικίας < 35ετών προσωρινό φαινόμενο. Οι άνδρες οφείλουν να γνωρίζουν ότι η μιτοξαντρόνη είναι τοξική για το ανδρικό σπέρμα και κατά συνέπεια είναι απαραίτητη η κατάψυξη του σπέρματος πριν την έναρξη της θεραπείας.

Και για τα δύο φύλα ισχύει ότι φρόνιμο είναι να αποφεύγεται η τεκνοποίηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως και τουλάχιστον 6μήνες έως 1 χρόνο μετά τη λήξη αυτής διά την αποφυγή τερατογενέσεων.

Κατά τη θεραπεία με μιτοξαντρόνη, όπως και με άλλα ανοσοκατασταλτικά, πιθανή είναι η πρόκληση για ένα μικρό χρονικό διάστημα μπλε χρώσης των ούρων και της λευκής περιοχής του ματιού (σκληρός χιτώνας) που δεν είναι ανησυχητική και υποχωρεί συνήθως χωρίς προβλήματα.

Η μιτοξαντρόνη μπορεί δυνητικά να προκαλέσει καρδιοτοξικότητα με εμφάνιση αρρυθμιών και αριστερής καρδιακής ανεπάρκειας, με περιορισμό του δείκτη συσταλτικότητας της αριστερής κοιλίας της καρδιάς. Σε περίπτωση υπέρβασης κατά τη θεραπεία της μέγιστης αθροιστικής δόσης των 140mg/m2 υπάρχει μεγαλύτερος από 2% κίνδυνος εμφάνισης μυοκαρδιοπάθειας.

Γι αυτό απαραίτητο είναι πριν την έναρξη του κάθε κύκλου θεραπείας να πραγματοποιείται ένας πλήρης καρδιολογικός έλεγχος με ΗΚΓ ηρεμίας και υπερηχογράφημα καρδιάς.

Ένας σημαντικός κίνδυνος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, είναι η πιθανή εμφάνιση τοξικότητας στον μυελό των οστών, με αλλοιώσεις του αιματολογικού προφίλ, όπως η αναιμία, η θρομβοπενία και η λευκοπενία. Η καταστολή του μυελού των οστών (επίτευξη του ναδίρ) αναμένεται περί τις 10-14 μέρες μετά από την έγχυση του φαρμάκου και η επανάκαμψη αυτού συμβαίνει ύστερα από περίπου 21 μέρες.

Κατά συνέπεια, την παραπάνω χρονική περίοδο είναι αυξημένος ο κίνδυνος εμφάνισης λοιμώξεων, για τις οποίες πρέπει να ενημερωθεί ο θεράπων ιατρός. Επί θεραπείας με μιτοξαντρόνη δύναται να εμφανιστεί σε ποσοστό από 0,05-0,1% κακοήθης εξαλλαγή του αιματολογικού συστήματος, όπως π.χ. λευχαιμία.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως υποχωρούν, καθώς ο οργανισμός προσαρμόζεται στο φάρμακο και δεν απαιτούν ιατρική αντιμετώπιση εκτός αν επιμένουν ή είναι πολύ σοβαρές, όπως είναι η τριχόπτωση, η ναυτία και παροδικές διαταραχές της εμμήνου ρύσεως.

Υπάρχουν όμως και παρενέργειες που πρέπει άμεσα να αναφερθούν στον θεράποντα ιατρό, όπως είναι πυρετός με ή χωρίς ρίγος, πόνοι στη μέση, δυσχέρεια ή πόνος στην ούρηση, οιδήματα στα πόδια, μαύρα κόπρανα, δύσπνοια και έλκη στο στόμα ή τα χείλη.