Τι είναι το Rituximab ;

Tο rituximab ανήκει στην ομάδα των μονοκλωνικών αντισωμάτων, όπως και το natalizumab. Αποτελεί μία από τις τελευταίες εξελίξεις στη θεραπευτική των ανοσολογικών νευρολογικών παθήσεων. Τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι ειδικά παρασκευασμένα αντισώματα, με προκαθορισμένη ειδικότητα προς ένα μόνο αντιγονικό επίτοπο (δηλαδή προς ένα μόνο στόχο) και δυνατότητα για ατέρμονη παραγωγή στο εργαστήριο.

Η χρήση του ήταν ευρεία τα τελευταία χρόνια στον τομέα της αιματολογίας για τη θεραπεία του λεμφώματος μη-Hodgkin, μίας κακοήθους αιματολογικής νόσου, όπως και για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Ποιος είναι ο μηχανισμός δράσης του;

Το rituximab στοχεύει σε έναν υποπληθυσμό των λευκοκυττάρων του αίματος, τα CD-20 κύτταρα, μειώνοντας τον αριθμό τους καθώς και την κυκλοφορία τους στο αίμα. Τα κύτταρα αυτά θεωρείται ότι παίζουν μείζονα ρόλο στον παθομηχανισμό της ΣΚΠ αλλά και άλλων νευρολογικών παθήσεων όπως η οπτική νευρομυελίτιδα (νόσος του Devic).

Ποιες είναι οι έως τώρα μελέτες για το Rituximab στην ΣΚΠ;

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό ‘New England Journal of Medicine’, η οποία διεξήχθη το 2008 σε 32 κέντρα στις ΗΠΑ και τον Καναδά, διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς που έλαβαν Rituximab, σε σχέση με την ομάδα ασθενών που έλαβαν το εικονικό φάρμακο, εμφάνισαν σε ποσοστό 91% μείωση του αριθμού των απομυελινωτικών βλαβών στο κεντρικό νευρικό σύστημα στις πρώτες 24 εβδομάδες παρακολούθησης.

Το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 40,0-20,3% μετά από 48 εβδομάδες παρακολούθησης, ενώ παράλληλα οι ασθενείς εμφάνισαν σημαντική κλινική βελτίωση.

Ποιες είναι οι ενδείξεις χρήσης του Rituximab ;

Το Rituximab μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική λύση στη θεραπεία της ΣΚΠ (ιδιαιτέρως της υποτροπιάζουσας μορφής) σε περίπτωση που ο ασθενής εμφανίζει επιδείνωση των νευρολογικών συμπτωμάτων παρά τη θεραπεία με φάρμακα πρώτης επιλογής όπως οι ιντερφερόνες, η οξική γλατιραμέρη, η μιτοξαντρόνη ή η natalizumab.

Επίσης δύναται να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που πάσχουν από μία σπανιότερη μορφή ανοσολογικής νόσου του κεντρικού νευρικού συστήματος, την οπτική νευρομυελίτιδα (νόσος του Devic).

Πώς χρησιμοποιείται το Rituximab;

H πρώτη έγχυση Rituximab (500mg) γίνεται ενδοφλέβια σε επίπεδο νοσοκομείου και διαρκεί περίπου 2-3 ώρες. Ο ασθενής λαμβάνει προφυλακτικά κορτιζόνη και αντιαλλεργικά φάρμακα, όπως το Fenistil ενδοφλέβια, 1 ώρα πριν την έγχυση του Rituximab γιά την αποφυγή αλλεργικών αντιδράσεων.

H δεύτερη έγχυση γίνεται ύστερα από 15 ημέρες (1000mg) σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου. Η θεραπεία από εκεί και πέρα γίνεται 1 φορά το χρόνο, ενώ παράλληλα παρακολουθείται μέσω αιμοληψίας και το ανοσολογικό status του ασθενούς, ιδιαίτερα ο πληθυσμός των CD-20 λεμφοκυττάρων.

Ποιες είναι οι πιθανές παρενέργειες του Rituximab ;

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με rituximab, δύναται να εμφανιστούν μέχρι και στο 50% των ασθενών ανεπιθύμητες ενέργειες όπως πυρετός, ρίγη, αναπνευστικά προβλήματα και δερματικά εξανθήματα. Παράλληλα κατά τη διάρκεια της έγχυσης μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις όπως βρογχόσπασμος, δερματικό εξάνθημα και οξεία δύσπνοια.

Σημαντικός προβληματισμός εγείρεται από την πιθανότητα εμφάνισης ευκαιριακών λοιμώξεων, μεταξύ των οποίων σημαντικότερη και σοβαρότερη είναι η προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML).

H προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML) αποτελεί μία νόσο του Κεντρικού Νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) που οφείλεται στον ιό JC (η ονομασία του ιού προέρχεται από τα αρχικά του πρώτου ασθενούς στον οποίο διεγνώσθη η νόσος).

Η ασθένεια εμφανίζεται σε ασθενείς που είναι ανοσοκατεσταλμένοι, είτε στα πλαίσια ειδικών θεραπειών, είτε στα πλαίσια ανοσολογικών ασθενειών όπως το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής ανεπάρκειας (HIV).

Πρόκειται για μία οξεία και προϊούσα ασθένεια του ΚΝΣ η οποία προκαλεί πολλαπλές δυσλειτουργίες κυρίως στην ψυχική σφαίρα (π.χ. αλλαγή προσωπικότητας, επιθετικότητα, συγχυτικές εκδηλώσεις), διαταραχές των οπτικών πεδίων (π.χ.

ημιανοψία) αλλά και στο κινητικό σύστημα του ανθρώπου με εμφάνιση παραλύσεων των μελών του σώματος.

Ειδική θεραπεία κατά του ιού JC δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή, για αυτό και η νόσος μπορεί να αποβεί θανατηφόρα εάν δεν αντιμετωπιστεί σε εξειδικευμένα κέντρα με εμπειρία (π.χ. Πανεπιστημιακή Νευρολογική Κλινική του Νοσοκομείου St.

Josef του Βochum της Γερμανίας). Ως θεραπευτικό όπλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πλασμαφαίρεση για την ταχεία απομάκρυνση της Ναταλιζουμάμπης από τον οργανισμό. Η χρήση υποστηρικτικών φαρμάκων όπως η μεφλοκίνη (φάρμακο εναντίον του ιού της ελονοσίας, το οποίο συνδέεται με τον ιό JC και βοηθά στην αποβολή του από το ΚΝΣ) και η μιρταζαπίνη, ως ανταγωνιστής των σεροτονινεργικών υποδοχέων, στους οποίους προσκολλάται ο JC ιός, είναι ακόμα υπό έρευνα.