Εμφυτεύσεις ηλεκτροδίων στον εγκέφαλο με σκοπό την αναστολή λειτουργίας πυρήνων στην περιοχή των βασικών γαγγλίων άρχισαν τη δεκαετία του ’90. Πολύ πιο πριν είχε προηγηθεί η πρόκληση θερμικών βλαβών στις ίδιες περιοχές, όπου στην αρχή τυχαία είχε παρατηρηθεί βελτίωση παρκινσονικών συμπτωμάτων, κυρίως του τρόμου.

Ο ηλεκτρικός ερεθισμός ως μη καταστροφική μέθοδος στις ίδιες περιοχές με ανασταλτικές για τη λειτουργία νευρικών κυττάρων και δεσμών συχνότητες έδειξε μακροχρόνια καταστολή των συμπτωμάτων και πολύ καλύτερο προφίλ παρενεργειών.

Σε πιθήκους διαπιστώθηκε ότι η υπερλειτουργία της ωχράς σφαίρας και του υποθαλαμικού πυρήνα οδηγούσε σε δυσλειτουργία του κινητικού φλοιού με συνέπεια δυσκαμψία και υποκινησία, βασικά συμπτώματα της νόσου του Πάρκινσον. Αυτοί οι πυρήνες επελέγησαν ως στόχοι για εμφυτεύσιμα ηλεκτρόδια με άριστη απόκριση της ηλεκτρικής τους διέγερσης στον άνθρωπο.

Σύντομα διαπιστώθηκε ότι αποκρινόταν και ο παρκινσονικός τρόμος. Έχει πλέον επικρατήσει η διέγερση του υποθαλαμικού πυρήνα λόγω των μακροχρόνιων αποτελεσμάτων, ενώ η ωχρά σφαίρα επιλέγεται σε ειδικές περιπτώσεις, π.χ. σε υπερκινησίες.

Αφού παρέλθουν πέντε έως επτά έτη θεραπείας με καλή φαρμακευτική ρύθμιση των συμπτωμάτων του αρρώστου, εμφανίζονται συμπτώματα της νόσου όπως ακινησία και τρόμος λίγο πριν από τη λήψη της νέας δόσης και υπερκινησία μετά τη λήψη του φαρμάκου.

Αν η αύξηση της συχνότητας και της ποσότητας λήψης φαρμάκων δεν επιφέρει βελτίωση στις ανωτέρω παραμέτρους, θα πρέπει να εξεταστεί η εφαρμογή της επεμβατικής θεραπείας με εμφύτευση ηλεκτροδίων.

Αφού διαπιστωθεί η καλή απόκριση στην αυξημένη χορήγηση ντοπαμίνης (της ουσίας που λείπει από τον εγκέφαλο στη νόσο του Πάρκινσον) και αποκλειστεί διαμέσου νευροψυχολογικών τεστ σοβαρή εκτελεστική άνοια, ο ασθενής κρίνεται κατάλληλος για να υποβληθεί σε επέμβαση εμφύτευσης ηλεκτροδίων, γιατί τα ποσοστά βελτίωσης της κινητικότητάς του είναι πολύ υψηλά (70% τουλάχιστον) για κάθε ασθενή που υποβάλλεται στη διαδικασία της επέμβασης.

Η εμφύτευση των ηλεκτροδίων διενεργείται στον ασθενή ενώ είναι ξύπνιος, χωρίς να πονάει, χάρη στην κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, με σύγχρονη καταγραφή των σημάτων των στοχευμένων πυρήνων και της ακόλουθης ηλεκτρικής διέγερσής τους, ώστε να επιλεγούν και να παραμείνουν στον εγκέφαλο τα ηλεκτρόδια με το βέλτιστο αποτέλεσμα.

Μετά το πέρας αυτής της διαδικασίας τοποθετείται στην υποκλείδια περιοχή με σύντομη γενική νάρκωση η ηλεκτρική πηγή που θα διεγείρει τα ηλεκτρόδια.

Μετεγχειρητικά ο ασθενής φεύγει έπειτα από δύο - τρεις μέρες για το σπίτι, παίρνοντας ήδη λιγότερα αντιπαρκινσονικά φάρμακα σε σχέση με πριν. Πρέπει να προσέρχεται στην αρχή εβδομαδιαίως και μετά ανάλογα με την κατάστασή του πιο αραιά για τις ρυθμίσεις του νευροδιεγέρτη, χωρίς να παραμελεί την τακτική φυσιοθεραπεία.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η επέμβαση βελτιώνει τα κινητικά προβλήματα των ασθενών με Πάρκινσον όπως ο τρόμος, η δυσκαμψία και η ακινησία, όμως άλλα προβλήματα όπως της ισορροπίας, της δυσαρθρίας και της γνωσιακής διαταραχής παραμένουν αμετάβλητα με τάσεις επιδείνωσης αργότερα.

Οι κινητικές διαταραχές βελτιώνονται σε κάθε εγχειρισμένο ασθενή κατά μέσο όρο 70% με διακυμάνσεις από 50% έως και 90%, δηλαδή δεν υπάρχει ασθενής που να μην ωφελείται από την επέμβαση.

Οι επιπλοκές είναι μικρές, 1% - 2% (λοίμωξη, αιμορραγία) και είναι συνήθως ελέγξιμες. Περίπου 2.000 - 3.000 ασθενείς από τους 20.000 με Πάρκινσον στην Ελλάδα μπορούν να βοηθηθούν αποτελεσματικά από την επέμβαση.

Για σωστά αποτελέσματα απαιτείται ομαδική συνεργασία. Στο YΓΕΙΑ, όπου από το 2006 έχουν εμφυτευθεί με επιτυχία πάνω από 60 νευροδιεγέρτες, λειτουργεί ομάδα που αποτελείται από τρεις νευροχειρουργούς, ένα νευρολόγο νευροφυσιολόγο, έναν ψυχίατρο και έναν ψυχολόγο.

Πηγές: Γράφει η Ειρήνη Παπαδάκη, Βιολόγος, Σύμβουλος Γονέων, Stem-Health.