Στη σημερινή εποχή θεωρείται αδιαμφισβήτητο ότι η συχνότητα και η θνησιμότητα πολλών νόσων μειώθηκε σημαντικά ύστερα από την ανακάλυψη των προφυλακτικών εμβολιασμών. Στην περίπτωση όμως των ασθενών με ΣΚΠ, επικρατούσε για πολλά χρόνια αβεβαιότητα ως προς την ασφάλεια χρήσης των εμβολίων αυτών.

Υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της πρώτης εκδήλωσης της ΣΚΠ και ενός εμβολιασμού;

Στη διεθνή βιβλιογραφία διίστανται οι απόψεις που αφορούν τη συσχέτιση των προφυλακτικών εμβολιασμών με την πρώτη εκδήλωση της νόσου, την κλινική της πορεία αλλά και τις υποτροπές της.
Στη δεκαετία του 60’ είχαν αναφερθεί περισταστικά (case reports) πρώτης εκδήλωσης ή υποτροπής της ΣΚΠ ύστερα από εμβολιασμό.

Η καταγραφή αυτών των ασθενών οδήγησε ουσιαστικά στην αποφυγή του εμβολιασμού των ατόμων με ΣΚΠ για αρκετά χρόνια. Ως πιθανός παθογενετικός μηχανισμός προτάθηκε η μοριακή μίμηση, σύμφωνα με την οποία η πιθανή ομοιότητα του αντιγόνου του εμβολίου και των δομών (επιτόπων) στην επιφάνεια της μυελίνης, ενδέχεται να αποτελεί τον εκλυτικό παράγοντα της αυτοάνοσης απομυελινωτικής αντίδρασης και της κλινικής εκδήλωσης της νόσου.

Στην πορεία των ετών, η δημοσίευση ωστόσο περισσότερων επιδημιολογικών μελετών οδήγησε στην αναθεώρηση της παραπάνω άποψης. Αναλυτικότερα μελετήθηκαν 440 ασθενείς με ΣΚΠ όπως και 950 υγιείς οργανισμοί και δεν διαπιστώθηκε στατιστικώς σημαντικά αυξημένος κίνδυνος υποτροπής της νόσου ύστερα από εμβολιασμό τους.

Αντίστοιχα, στη μεγάλη μελέτη VACCIMUS (VACCines in Multiple Sclerosis) εξετάσθηκε η σχέση μεταξύ της υποτροπής της νόσου και των εμβολιασμών και δεν διαπιστώθηκε να είναι στατιστικώς σημαντικά αυξημένη. Οι διαπιστώσεις αυτές αφορούσαν κυρίως τα εμβόλια κατά του ιού της ηπατίτιδας Β, του τετάνου και του ιού της γρίπης.

Εμβόλιο κατά του ιού της ηπατίτιδας Β

Με βάση τα υπάρχοντα βιβλιογραφικά δεδομένα, το ρίσκο μίας πρώτης κλινικής εκδήλωσης της ΣΚΠ ή της υποτροπής αυτής ύστερα από εμβολιασμό κατά του ιού της ηπατίτιδας Β δεν εμφανίζεται να είναι σταστιστικώς σημαντικά αυξημένο.

Η ασφάλεια του εμβολιασμού αυτού θεωρείται σήμερα από βιβλιογραφικής άποψης επαρκώς τεκμηριωμένη.

Συγκεκριμένα, σε μελέτη δείγματος νοσηλευτριών από τις ΗΠΑ που εμβολιάστηκαν έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β, διαπιστώθηκε ότι το σχετικό ρίσκο πρώτης εκδήλωσης ΣΚΠ δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά αυξημένο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και από μία γαλλική μελέτη, όπως και μεταανάλυση των έως τώρα ερευνών.

Εμβόλιο κατά του ιού της γρίπης

Ο εμβολιασμός κατά του ιού της γρίπης τύπου Α και Β και η επίδρασή του στην πορεία της ΣΚΠ έχει μελετηθεί εκτενώς στη βιβλιογραφία. Η πλειοψηφία των μελετών κατέγραψε τη θετική επίδραση του εμβολίου στην πορεία της νόσου.

Αναλυτικότερα, σε διπλή τυχαιοποιημένη μελέτη, ελεγμένη με το εικονικό φάρμακο (placebo), έγινε ανάλυση του ιστορικού και της κλινικής εικόνας 88 ασθενών με ΣΚΠ εκ των οποίων οι μισοί εμβολιάστηκαν κατά της γρίπης και οι υπόλοιποι έλαβαν εικονικό εμβολιασμό.

Μεταξύ των δύο ομάδων δεν υπήρχε στατιστικώς σημαντική διαφορά του ρίσκου υποτροπής της νόσου. Τα ίδια αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν από μελέτη 180 ασθενών με ΣΚΠ σε αμερικανική μελέτη. Στη βιβλιογραφία δεν έχει αναφερθεί έως σήμερα συσχέτιση της απεικονιστικής δραστηριότητας της ΣΚΠ (πρόσληψη σκιαστικού στην MRI) και του εν λόγω εμβολιασμού.

Σχετικά με την ασφάλεια του εμβολίου κατά του στελέχους Η1Ν1 του ιού της γρίπης σε ασθενείς με ΣΚΠ αναμένονται στη βιβλιογραφία τα πρώτα αποτελέσματα σχετικών μελετών.
Με βάση τα παραπάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το ρίσκο εμφάνισης υποτροπής της νόσου στα πλαίσια μίας γριπώδους συνδρομής, εμφανίζεται να είναι μεγαλύτερο σε σχέση με τον κίνδυνο εμφάνισης υποτροπής μετά από το σχετικό εμβολιασμό.

Η παραπάνω διαπίστωση καθιστά αναγκαίο τον εμβολιασμό κατά του ιού της γρίπης τύπου Α και Β, ιδιαίτερα των ασθενών με υποτροπιάζουσα μορφή της νόσου.

Εμβόλιο κατά του τετάνου

Τα υπάρχοντα βιβλιογραφικά δεδομένα καταγράφουν μείωση του κινδύνου εμφάνισης υποτροπής της ΣΚΠ ύστερα από εμβολιασμό κατά του τετάνου.

Η παραπάνω διαπίστωση βασίζεται σε περισσότερες από μία προοπτικές μελέτες και μετααναλύσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει ωστόσο η αντιστρόφως ανάλογη σχέση του αριθμού των δόσεων του εμβολίου με το κίνδυνο υπότροπης της νόσου.

Αναλυτικότερα, το σχετικό ρίσκο προσδιορίζεται σε 0,63 ύστερα από μία δόση, σε 0,42 ύστερα από 2 δόσεις και 0,23 ύστερα από 3 δόσεις. Ο κίνδυνος υποτροπής εμφανίζεται να μειώνεται ακόμα παραπάνω στην περίπτωση του ανασυνδυασμένου εμβολίου κατά του τετάνου, της διφθερίτιδας και της πολιομυελίτιδας (DTP).

Υπόλοιπα εμβόλια

Στην περίπτωση του ανασυνδυασμένου εμβολίου κατά της ιλαράς, ερυθράς και παρωτίτιδας (MMR) δεν διαπιστώθηκε σε μεταανάλυση των μελετών στατιστικώς σημαντικός κίνδυνος εκδήλωσης υποτροπής της ΣΚΠ μετά από τον εμβολιασμό. Σχετικά με το εμβόλιο κατά του ιού του έρπητα ζωστήρα, διαπιστώθηκε σε μικρότερες έρευνες πιθανή θετική επίδραση αυτού στην πορεία της νόσου.

Ωστόσο, ο συγκεκριμένος εμβολιασμός επειδή περιέχει ζωντανό αντιγόνο δεν συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία (π.χ. αζαθειοπρίνη, μιτοξανδρόνη, κυκλοφωσφαμίδη).

Για το εμβόλιο κατά της πολυομυελίτιδας έχουν δημοσιευτεί μικρότερες μελέτες. Πρόσφατη μεταανάλυση αυτών, δεν κατέγραψε αυξημένο κίνδυνο υποτροπής της ΣΚΠ ύστερα από εμβολιασμό των ασθενών. Παρόμοια παρατήρηση έγινε στην εν λόγω μεταανάλυση και για το εμβόλιο κατά της φυματίωσης (BCG) και του τύφου.

Στην περίπτωση όμως των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών συνιστάται επίσης η αποφυγή των τελευταίων δύο εμβολίων, διότι περιέχουν ζωντανά αντιγόνα.
Μελέτες για τα εμβόλια κατά της χολέρας, της μηνιγγοεγκεφαλίτιδας της θερινής περιόδου, του κίτρινου πυρετού, του αιμόφιλου της ινφλουέντσας, του ιού της ηπατίτιδας Α, του μηνιγγοκόκκου, της λύσσας σε ασθενείς με ΣΚΠ δεν υπάρχουν επί του παρόντος στη βιβλιογραφία.

Συμπέρασμα

Με βάση τα υπάρχοντα βιβλιογραφικά δεδομένα ο εμβολιασμός των ατόμων με ΣΚΠ με νεκρά αντιγόνα δεν σχετίζεται στην πλειονότητα των εμβολίων με αύξηση του κινδύνου υποτροπής της νόσου ή πρώτη εκδήλωση αυτής. Στην περίπτωση ωστόσο των ασθενών με ΣΚΠ που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, συνιστάται η αποφυγή των εμβολίων που εμπεριέχουν ζωντανά αντιγόνα (π.χ.

εμβόλιο κατά του κίτρινου πυρετού, ανασυνδυασμένο εμβόλιο κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς, του τύφου και του ιού του έρπητα ζωστήρα).

Κατά συνέπεια, ο προφυλακτικος εμβολιασμος των ασθενών με ΣΚΠ (π.χ. στο πλαίσιο προγραμματισμένων ταξιδιών) μπορεί να γίνει ύστερα από συζήτηση του ασθενούς με τον θεράποντα νευρολόγο και ενδελεχή εξέταση των ενδείξεων και αντενδείξεων ανά περίπτωση.