Της Κλημεντίνης Καραγεωργίου, MD, PhD, Διευθύντριας Νευρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, Νευρολόγου- Ψυχίατρου

Οι διαταραχές βάδισης αποτελούν ένα πολύ συχνό πρόβλημα για τους ασθενείς με Πολλαπλή σκλήρυνση. Η πλειοψηφία των ασθενών αυτών, αναφέρουν κάποιο βαθμό διαταραχής της κινητικότητας, πολλές φορές ακόμα και στα πρώτα στάδια της νόσου. Οι διαταραχές βάδισης επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ασθενών, αφού έχουν αντίκτυπο στην κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή, στην αυτοπεποίθησή τους, αλλά ακόμα και σε βασικές, καθημερινές ασχολίες όπως η χρήση της τουαλέτας ή τα ψώνια. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ασθενείς χρειάζεται να μειώσουν τις ώρες εργασίας τους ή ακόμα και να την σταματήσουν.

Πολλά συμπτώματα μπορούν να επηρεάσουν τη βάδιση, όπως τα προβλήματα όρασης, η κόπωση, η σπαστικότητα, η αταξία και προβλήματα συντονισμού, γνωσιακά ελλείμματα και συναισθηματικές διαταραχές, όπως βέβαια και μυϊκή αδυναμία. Σε κάθε ασθενή, ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων αυτών, η διαταραχή βάδισης παρουσιάζεται με διαφορετικό τρόπο.

Για την αντιμετώπιση των διαταραχών αυτών δεν υπάρχει σήμερα κάποια θεραπεία που να στοχεύει σε όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν τη βάδιση. Πρόσφατα όμως εγκρίθηκε μια θεραπεία, η οποία προσφέρει στους ασθενείς με ανικανότητα βάδισης σημαντική βελτίωση. Η φαμπριδίνη είναι ένας αποκλειστής διαύλων καλίου. Δρα στους απομυελινωμένους νευράξονες, ενισχύοντας την παραγωγή του δυναμικού δράσης ώστε να άγονται περισσότερα ερεθίσματα στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα.

Η φαμπριδίνη προσφέρει σε έναν αξιόλογο αριθμό ασθενών βελτίωση στην ταχύτητα βάδισης, όπως καταγράφηκε σε κλινικές μελέτες, τόσο σε υποκειμενικές όσο και σε αντικειμενικές κλίμακες, ενώ η βελτίωση αυτή παρατηρήθηκε νωρίς, μόλις 2 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας. Επιπλέον, οι ασθενείς είχαν βελτίωση και σε άλλες παραμέτρους πέραν της ταχύτητας βάδισης, όπως στην έλλειψη ισορροπίας, στην κόπωση, στην αδυναμία των άκρων κ.α. Η φαμπριδίνη μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση ανεξάρτητα από τη συγχορηγούμενη αγωγή τους και ανεξάρτητα από τη μορφή της νόσου, αφού δρα διαφορετικά από τις ανοσοτροποποιητικές αγωγές που υπάρχουν διαθέσιμες για τη νόσο.