Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας η οποία διαχέεται με τρόπο εκθετικό μέσα στους κοινωνικούς μας ιστούς. Η πληροφορία αυτή μεταφέρεται και ενισχύεται ποικιλότροπα μέσα στο ανθρώπινο δίκτυο και επηρεάζει τις επιλογές μας και τη στάση μας απέναντι στην αρρώστια, ιδιαίτερα όταν αυτή είναι ‘χρόνια’, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης.

Η σχέση ιατρού και ασθενούς επαναπροσδιορίζεται με βάση την επιδημική αυτή ‘έκρηξη’ της πληροφορίας.

Η μελέτη SHARED (Έρευνα σύγκρισης των επαγγελματιών υγείας και των ασθενών για την εκτίμηση των πραγματικών αντιλήψεων που αναφέρονται στο διαβήτη) καταγράφει την επιθυμία των διαβητικών ασθενών (σε ποσοστό 90%) να εμπλέκονται περισσότερο στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων, με τους ιατρούς να εκτιμούν πως μόνο το 44% των ασθενών τους επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Η φαινομενική αυτή δυσαρμονία στοιχειοθετεί και την ανάγκη συνεχούς ‘επαναδιαπραγμάτευσης’ της σχέσης ασθενούς-ιατρού μέσα σε ένα δυναμικό περιβάλλον πληροφόρησης και παραπληροφόρησης.

Κάτω από αυτό το πρίσμα καλούμαστε να αξιολογήσουμε τα νεότερα θεραπευτικά δεδομένα που αφορούν τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Επικαλούμαι εκ προοιμίου την ανάγκη εξατομικευμένης ιατρικής συμβουλής μέσα από αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης με τον θεράποντα οφθαλμίατρο.

Παραθέτω τα νεότερα δεδομένα προσπαθώντας να ικανοποιήσω την αποδεδειγμένη επιθυμία του διαβητικού ασθενούς για ενημέρωση.

Ένα θέμα που έχει συγκεντρώσει την προσοχή μας είναι η αντιμετώπιση του οιδήματος της ωχράς κηλίδας, πάθηση η οποία αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία απώλειας όρασης σε διαβητικούς ασθενείς. Πρόκειται κατ΄ουσία για τη συλλογή υγρού στην κεντρική περιοχή της όρασης λόγω της υποκείμενης βλάβης των αγγείων του αμφιβληστροειδούς.

Η θεραπεία αναφοράς μέχρι πρόσφατα ήταν η εφαρμογή laser φωτοπηξίας στην ωχρά κηλίδα (‘μικροκαυτηριασμός’ των παθολογικών αγγείων), θεραπεία η οποία στόχευε στη σταθεροποίηση, αλλά όχι και στη βελτίωση της όρασης των ασθενών μας.

Νεότερες μελέτες αναδεικνύουν την αποτελεσματικότητα αλλά και ασφάλεια φαρμακευτικών παραγόντων που δρουν ενάντια σε έναν παράγοντα αυξημένης διαπερατότητας των αγγείων (αντι-VEGF). Οι παράγοντες αυτοί δίνονται ενδοϋαλοειδικά, με μια έγχυση δηλαδή μέσα στο εσωτερικό του ματιού και συχνά επαναλαμβάνονται προκειμένου να επιτευχθεί ένα μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα.

Τα ευρήματα κλινικών μελετών έχουν θέσει προ των πυλών της έγκρισης από τον Αμερικανικό οργανισμό φαρμάκων (FDA) το ranibizumab, έναν αντι-VEGF παράγοντα που χρησιμοποιείται ευρέως στην ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας.

Νεότερες μελέτες επίσης αναδεικνύουν την αποτελεσματικότητα ενθεμάτων βραδείας αποδέσμευσης σκευασμάτων κορτιζόνης στο εσωτερικό του ματιού στοχεύοντας στη θεραπεία του οιδήματος της ωχράς. Τα ενθέματα αυτά έχουν εγκριθεί από τον Αμερικανικό οργανισμό φαρμάκων (FDA) για παθήσεις της ωχράς λόγω φλεβικών αποφράξεων του αμφιβληστροειδούς και βρίσκονται προ των πυλών για την αντιμετώπιση του διαβητικού οιδήματος.

Αποτελούν μια νέα πλατφόρμα ενδοφθάλμιας φαρμακοθεραπείας που δεν αποκλείει θεραπευτικούς συνδυασμούς με το laser ή/και την αντι-VEGF θεραπεία. Η μικροχειρουργική επίσης της ωχράς κηλίδας σε ‘ανθεκτικά’ οιδήματα της ωχράς κηλίδας έχει θέση στο θεραπευτικό μας αλγόριθμο.

Κοινός παρονομαστής όλων βεβαίως αποτελεί η βέλτιστη ρύθμιση του σακχάρου, της αρτηριακής πίεσης και της χοληστερίνης προκειμένου να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου.

Οι εξελίξεις είναι συνεχείς, και η προσπάθεια τόσο του ιατρού όσο και του ασθενούς να επιλέξει ανάμεσα σε θεραπευτικές κατευθύνσεις είναι αδιάκοπη. Η εξατομικευμένη ιατρική φροντίδα μέσα σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης οφείλει να καθοδηγήσει και τους δυο μέσα στο σημερινό μαζικό κίνημα πληροφόρησης και παραπληροφόρησης.