Για τους περισσότερους από εμάς ενδεχομένως φαντάζει άγνωστη η ορολογία 'παθήσεις δακρυϊκής συσκευής'.

Και όμως πρόκειται για μία κατάσταση που δεν είναι απλώς ενοχλητική αλλά μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας!

Πολύ σωστά! Υπάρχουν άνθρωποι που δακρύζουν χωρίς να το θέλουν κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται η ποιότητα της ζωής τους. Βουρκώνουν χωρίς καμία αιτία και αυτό επιδρά στην όραση τους αφού δεν μπορούν να διαβάσουν, να δουν τηλεόραση ή να οδηγήσουν.

Το βασικό όμως είναι ότι μπορεί να δημιουργούνται φλεγμονές στην περιοχή γύρω από το μάτι, επειδή ο πόρος που διοχετεύει τα δάκρυα από τα βλέφαρα προς τη μύτη έχει φράξει, συγκεντρώνοντας στο συγκεκριμένο σημείο ακόμη και πύον.

Οπότε γίνεται επικίνδυνο;

Γίνεται όντως επικίνδυνο αφού μπορεί να χρειαστεί παραμονή στο νοσοκομείο και ενδοφλέβια αντιβίωση. Επίσης, είναι πιθανό το μικρόβιο που φιλοξενείται στην περιοχή του δακρυϊκού ασκού, το σημείο που παροχετεύονται τα δάκρυα, να εγκατασταθεί στην πρόσθια επιφάνεια του ματιού και να προκαλέσει απόστημα.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ακόμη και η διάτρηση του ματιού. Αν αφεθούν οι λοιμώξεις του δακρυϊκού ασκού να υποτροπιάζουν μπορεί να αναπτυχθούν ανθεκτικά μικρόβια και η φλεγμονή ενδέχεται να επεκταθεί προς τα πίσω, στον κόγχο ακόμη και στον εγκέφαλο.

Γεννιέται κάποιος με τις αποκαλούμενες 'παθήσεις δακρύων» ή το αποκτά κατά τη διάρκεια της ζωής του;

Και τα δύο, μπορεί είτε να γεννηθεί ή να το αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Και πώς μπορεί να συμβεί αυτό;

Κατά τη γέννηση το 50 % των δακρυϊκών πόρων στα νεογνά παρουσιάζουν απόφραξη του δακρυϊκού πόρου, αλλά στις 3-4 πρώτες εβδομάδες παρατηρείται αυτόματη λύση. Το πρόβλημα τελικά παραμένει στο 1,5 – 20 % των νεογνών.

Τα δάκρυα παράγονται από μία περιοχή του ματιού, κυλάνε στο κάτω βλέφαρο, μπαίνουνε από την έσω γωνία και μέσα από ένα μονοπάτι περνάνε στη μύτη. Γι’ αυτό όταν κλαίμε φυσάμε τη μύτη μας, επειδή τα δάκρυα περνάνε μέσα στη μύτη.

Υπάρχει δηλαδή επικοινωνία ανάμεσα στο βλέφαρο και στη μύτη και μέσα από αυτό το «δρόμο» που ονομάζεται ρινοδακρικός πόρος φεύγουν τα δάκρυα. Αν αυτός ο πόρος στενωθεί ή φράξει τότε τα δάκρυα συσσωρεύονται εκεί, επιμολύνονται από κάποιο μικρόβιο και δημιουργείται η κατάσταση που περιέγραψα παραπάνω, ξεχειλίζουν τα δάκρυα στο μάγουλο, το άτομο δεν βλέπει καθαρά και σχηματίζονται φλεγμονές και αποστήματα.

Σε ποιους παράγοντες μπορεί όμως να οφείλεται η απόφραξη του ρινοδακρικού πόρου;

Θα πρέπει να σας πω πως όταν μιλάμε για την παιδική ηλικία, στην άκρη του πόρου προς τη μύτη υπάρχει μία μεμβράνη, που αποφράσσει την έξοδο των δακρύων προς τη μύτη. Στα περισσότερα όμως από αυτά τα παιδιά, είτε με κάποιους χειρισμούς που θα συστήσει ο ειδικός οφθαλμίατρος που έχει εξειδικευτεί στις παθήσεις βλεφάρων και δακρυϊκής συσκευής, είτε από μόνη της η φύση, θα λύσουν αυτό το πρόβλημα.

Έτσι λίγα είναι τα παιδιά που εμφανίζουν δακρύρροια και αντιμετωπίζεται συνήθως με μία επέμβαση που ονομάζεται καθετηριασμός. Σε ένα μεγάλο άνθρωπο όμως δεν γνωρίζουμε πάντα τις αιτίες που προκαλούν την απόφραξη. Μπορεί να οφείλεται σε κάποια ιογενή επιπεφυκίτιδα ή στη χρήση κολλυρίων.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνω ότι ο ασθενής πριν προβεί σε οποιαδήποτε επέμβαση στο μάτι του θα πρέπει πρώτα να έχει λύσει αυτό το πρόβλημα της δακρύρροιας - δακρυοκυστίτιδας - βλέννης διαφορετικά μπορεί να πάθει ενδοφθαλμίτιδα ή κάποια άλλη μόλυνση.

Πώς λοιπόν αντιμετωπίζεται η δακρύρροια;

Το πρόβλημα λύνεται με την επέμβαση που ονομάζεται ασκορινοστομία, η οποία είναι η πιο σημαντική τεχνική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Έως τώρα οι ασθενής απέφευγαν την επίλυση του προβλήματος διότι με βάση την παλιά τεχνική ο γιατρός έπρεπε να 'σπάσει το κόκκαλο' ώστε να δημιουργηθεί μία παροχέτευση για να πέφτουν τα δάκρυα μέσα στη μύτη.

Σήμερα πλέον, εφαρμόζουμε μία νέα τεχνική που αποτελεί ό,τι πιο σύγχρονο έχει να επιδείξει η ιατρική στο χώρο αυτό. Έτσι λοιπόν τις περισσότερες φορές με τη χρήση λέιζερ, δημιουργούμε αυτή την παροχέτευση, η οποία γίνεται χωρίς να προκαλέσει τραύμα στον ασθενή.

Δηλαδή, ενώ στην παλαιότερη τεχνική έπρεπε να σπάσει το κόκκαλο, να γίνει μία εξωτερική τομή και να μπούνε ράμματα με αποτέλεσμα ο ασθενής να είναι πρησμένος και να απαιτείται σημαντικός χρόνος μέχρι την πλήρη αποκατάσταση του, με τη νεότερη τεχνική δεν σπάει το κόκκαλο, δεν γίνεται κάποια τομή, δεν μπαίνουν ράμματα και ο ασθενής κινητοποιείται άμεσα, την επόμενη ώρα από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η επέμβαση, χωρίς καθόλου τομές στο πρόσωπο.

Ο κόσμος όμως είναι ενημερωμένος για αυτή τη μέθοδο ή γνωρίζουν μόνο την παλιά μέθοδο;

Η πλειοψηφία γνωρίζει ακόμα την παλιά μέθοδο, έτσι όσοι έχουν δακρύρροια, υποβάλλονται στο βάσανο των φλεγμονών αυτών και των τυχόν υποτροπών που μπορεί να προκύψουν, η ζωή τους γίνεται μίζερη και δεν ξέρουν που να απευθυνθούν για να λύσουν το πρόβλημα τους.

Πάντως είναι σημαντικό κάποιος να προσέξει το συγκεκριμένο σύμπτωμα αφού η δακρύρροια μπορεί τελικά να μην είναι τόσο αθώα. 

Πρέπει να διευκρινίσω ότι όποιος δακρύζει δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποβληθεί σε ασκορινοστομία, μπορεί το πρόβλημα του να οφείλεται στο γεγονός ότι έχουν αποφραχτεί τα δακρυϊκά σημεία, χωρίς να είναι απαραίτητα αποφραγμένος ο δακρυϊκός πόρος.

Αυτό αντιμετωπίζεται με μία εξαιρετικά απλή επέμβαση, που ονομάζεται πλαστική δακρυϊκών σημείων και δεν διαρκεί περισσότερο από 5 λεπτά.

Επίσης, μπορεί κάποιος να δακρύζει γιατί το μάτι του έχει ξηροφθαλμία ή βλεφαρίτιδα. Για παράδειγμα αν έχει υποστεί μία ψύξη στο πρόσωπο, μπορεί στη φάση της αναγέννησης του νεύρου να δίνεται μία λάθος εντολή καθώς κουνάει τους μυς του προσώπου για να μασήσει, και την ίδια ώρα να δακρύζει.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια που ο ασθενής τρώει, να εμφανίζει τα λεγόμενα 'κροκοδείλια δάκρυα'.

Το συγκεκριμένο πρόβλημα λύνεται με botox στο δακρυϊκό αδένα. Άλλη αιτία που προκαλεί δακρύρροια είναι τα χαλαρά βλέφαρα και ο ειδικός οφθαλμίατρος, που έχει ειδικευτεί στις παθήσεις βλεφάρων, δακρυϊκής συσκευής και κόγχου, μπορεί να τα επαναφέρει στη σωστή θέση.

Πόση ώρα διαρκεί η επέμβαση της ασκορινοστομίας κατά περίπτωση;

Από 30 έως 40 λεπτά. Ο ασθενής δεν παραμένει στο νοσοκομείο και το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι η λήψη σταγόνων για 10 ημέρες μετά την επέμβαση και να επισκεφθεί το γιατρό μετά από 1 μήνα. Επιπλέον για 15 ημέρες μετά την επέμβαση δεν θα πρέπει να φυσήξει δυνατά τη μύτη του και αν πρέπει να φταρνιστεί να το κάνει με ανοιχτό το στόμα ώστε η πίεση να μην εκτονωθεί μέσα από τη μύτη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη επέμβαση εφαρμόζεται στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια και σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, τις πηγές και τις στατιστικές μελέτες αναφέρεται ότι τα ποσοστά επιτυχίας είναι εξαιρετικά υψηλά.