Ε. Β. Γκοτζαρίδης, Χειρουργός οφθαλμίατρος, Ειδικός στη χειρουργική υαλοειδούς αμφιβληστροειδούς

Η Επιωχρική / Επιαμφιβληστροειδική μεμβράνη, είναι μια μεμβράνη, η οποία αρχίζει να σχηματίζεται επάνω στην ωχρά κηλίδα. Εξελίσσεται αργά και επηρεάζει την κεντρική όραση προκαλώντας θάμβος και παραμόρφωση στην εικόνα.

Με την πάροδο του χρόνου μεγαλώνει και σκληραίνει και δημιουργεί μια έλξη η οποία οδηγεί σε οίδημα (συλλογή υγρού).

Η μεμβράνη αυτή, αρχίζει να εμφανίζεται στη δεκαετία των 50 ετών (ποσοστό 3-5% επί του πληθυσμού και προοδευτικά αυξάνεται ανά δεκαετία (σε ποσοστό 20% στη δεκαετία των 70 ετών).

Η ιδιοπαθής μορφή που είναι και η συχνότερη δεν οφείλεται σε καμία πάθηση παρά μόνο στην ηλικία. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που οφείλεται σε ορισμένες παθήσεις των ματιών όπως: διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, οπίσθια αποκόλληση υαλοειδούς, αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, τραύμα, φλεγμονή κ.ά.

Συμπτώματα

  • Θολή όραση
  • Διπλωπία, η οποία γίνεται αντιληπτή με καλυμμένο το ένα μάτι
  • Παραμορφωμένη όραση (οι ευθείες γραμμές μπορεί να φαίνονται υπό κλίση ή κυματιστές)

Διάγνωση

Η διάγνωση της πάθησης τίθεται κατά τον οφθαλμολογικό έλεγχο με την εξέταση της βυθοσκόπησης. Κατά τη βυθοσκόπηση η μεμβράνη έχει τη μορφή μιας γυαλιστερής ζελατίνης.

Η ελάττωση της οράσεως που οφείλεται στην επιαμφιβληστροειδική μεμβράνη μετριέται με τον έλεγχο της οπτικής οξύτητας και με το μέγεθος της παραμορφωψίας (παραμορφωμένες-στραβές γραμμές) ελέγχεται με τον πίνακα Amsler .

Η επιβεβαίωση του προβλήματος, καθώς και η απεικόνιση του μεγέθους της, γίνεται με την οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), που είναι μια νέα απεικονιστική και διαγνωστική μέθοδος του οφθαλμού, η οποία επιτυγχάνει υψηλής ανάλυσης διαστρωματικές εικόνες του αμφιβληστροειδούς χωρίς να έρθει σε επαφή με το μάτι.

Θεραπεία

Η θεραπεία της πάθησης είναι μόνο χειρουργική.

Η απόφαση για τη χειρουργική επέμβαση, λαμβάνεται όταν η όραση είναι χαμηλή ή όταν διαπιστώνεται ότι επιδεινώνεται προοδευτικά.

Η χειρουργική αφαίρεση της μεμβράνης είναι μια πολύ εξειδικευμένη και λεπτή εγχείρηση. Συγκαταλέγεται στις δύσκολες επεμβάσεις του οφθαλμού, όχι τόσο για τη βαρύτητα όσο για τη λεπτότητα των χειρουργικών χειρισμών, αλλά και την εξαιρετική ευαισθησία της περιοχής, η οποία να σημειωθεί ότι ερεθίζεται απλά και μόνο με το φως.

Αντιλαμβανόμαστε πόσο λεπτοί χειρισμοί απαιτούνται στην περιοχή αυτή για να μη δημιουργηθεί μόνιμη βλάβη από τους χειρουργικούς χειρισμούς.

Η χειρουργική αντιμετώπιση είναι η μέθοδος της υαλοειδεκτομής. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται μηχανήματα εξαιρετικά ευφυή και ευαίσθητα και εργαλεία τόσο λεπτά όσο το πάχος μιας βελόνας ινσουλίνης.

Η μετεγχειρητική αποκατάσταση της όρασης διαρκεί έως και 6 μήνες. Αυτό συμβαίνει διότι η ελάττωση της οράσεως λόγω της επιαμφιβληστροειδικής μεμβράνης γίνεται σταδιακά και σε μακροχρόνια δράση και γι’ αυτό το λόγο η επάνοδος της οράσεως απαιτεί μακρό χρονικό διάστημα.

Οι μετεγχειρητικοί στόχοι είναι δύο:

  1. Το ανατομικό αποτέλεσμα (απομάκρυνση της μεμβράνης και εξάλειψη της έλξης-οίδημα) και η λειτουργική αποκατάσταση (έναρξη της λειτουργίας των κυττάρων που μετά από καιρό ξαναβρίσκονται στη θέση τους).
  2. Αύξηση της οράσεως.

Επιπλοκές

  • Η οφθαλμική μόλυνση είναι μία πολύ σοβαρή επιπλοκή που απαιτεί επείγουσα θεραπεία.
  • Υπάρχει μικρό ρίσκο αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς, τους πρώτους μήνες μετά την εγχείρηση.
  • Επιπρόσθετα, ασθενείς που δεν έχουν υποβληθεί σε επέμβαση καταρράκτη μπορεί να νιώσουν επιτάχυνση της φυσιολογικής εξέλιξης του καταρράκτη.

Ποσοστά επιτυχίας

Τα ποσοστά επιτυχίας είναι:

  • 70% αύξηση της οράσεως κατά κανόνα περί τα 2-3/10, αλλά μπορεί σπανίως και περισσότερο.
  • 25% σταθεροποίηση της οράσεως στα επίπεδα που ήταν την ημέρα της εγχείρησης.
  • 5% ελάττωση της οράσεως παρά την ανατομική επιτυχία της επέμβασης.

Ως εκ τούτου η απόφαση για τη χειρουργική αντιμετώπιση της πάθησης αποτελεί μονόδρομο, καθώς προσφέρει συνολικά 95% θετικά αποτελέσματα και μόλις 5% αρνητικά αποτελέσματα. Ενώ στην αντίθετη περίπτωση, που δεν θα χειρουργηθεί ο οφθαλμός, η όραση θα καταλήξει 100% σε πολύ χαμηλά επίπεδα.