Ο καταρράκτης είναι μια «θολή» περιοχή στο φακό του ματιού. Οι φυσιολογικοί φακοί των ματιών είναι τελείως διαφανείς, επιτρέποντας στο φως να περάσει ελεύθερα στο πίσω μέρος του ματιού. Μόλις ο καταρράκτης αρχίζει να αναπτύσσεται, ο φακός του ματιού σταδιακά γίνεται πιο αδιαφανής και δεν επιτρέπει στο φως να φτάσει στον αμφιβληστροειδή, προκαλώντας έτσι απώλεια όρασης.

Ο καταρράκτης προσβάλλει κυρίως τους ηλικιωμένους. Περίπου το 50% των Ευρωπαίων μεταξύ 65-74 ετών έχουν καταρράκτη και το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 70% περίπου για την ηλικία των 75.

Τα συνήθη συμπτώματα για όσους έχουν καταρράκτη είναι:

  • θολή και παραμορφωμένη όραση,
  • ευαισθησία στο φως,
  • διπλή όραση στο ένα μάτι,
  • κακή νυχτερινή όραση,
  • τα χρώματα φαίνονται λιγότερο ζωηρά,
  • θάμβωση και φωτοστέφανο γύρω από τα φώτα.

Αν ο καταρράκτης δεν αντιμετωπιστεί και αφεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί τελικά να οδηγήσει σε τύφλωση. Ευτυχώς, υπάρχει μια ασφαλής και αποτελεσματική λύση: η χειρουργική επέμβαση.

Η αντιμετώπιση

Η χειρουργική επέμβαση για τον καταρράκτη έχει τελειοποιηθεί, σε σημείο που σήμερα πια να είναι από τις πιο ασφαλείς, πιο αποτελεσματικές και πιο επιτυχημένες χειρουργικές επεμβάσεις. Η βασική διαδικασία περιλαμβάνει την αφαίρεση του θολού φυσικού φακού του ματιού και την αντικατάστασή του από ένα νέο τεχνητό φακό. Ο καταρράκτης αφαιρείται με υπερήχους, μια διαδικασία γνωστή ως φακοθρυψία. Στην German Eye Clinic του Hygeia Hospital Tirana η επέμβαση για καταρράκτη μπορεί να ολοκληρωθεί σε μόλις 10 λεπτά. Χάρη στην καταπληκτική πρόοδο όσον αφορά στα είδη φακών διάθλασης, η εγχείρηση καταρράκτη είναι σε θέση όχι μόνον να αποκαταστήσει την όραση, αλλά ενδεχομένως και να την κάνει καλύτερη από πριν. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τα αποτελέσματα είναι μόνιμα.Ο καταρράκτης δεν θα επιστρέψει ποτέ.

Η διαθλαστική ανταλλαγή φακών είναι μια διορθωτική διαδικασία χωρίς λέιζερ, κατά την οποία ο φυσικός φακός του ματιού απομακρύνεται και αντικαθίσταται από έναν τεχνητό φακό. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εισάγεται ένα τεχνητό εμφύτευμα φακού στην κάψα του φυσικού φακού του ματιού, διορθώνοντας με επιτυχία τα διαθλαστικά σφάλματα, χωρίς προβλήματα όρασης. Μπορεί να γίνει πολυεστιακή αποκατάσταση ή μπορούν να εμφυτευθούν παραδοσιακοί φακοί.

Ο Restor είναι φακός με οπτικό σχεδιασμό περίθλασης και επανεστιάζει το φως πάνω στον αμφιβληστροειδή για τα είδωλα από διάφορες αποστάσεις. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της εξάρτησης από τα γυαλιά για κοντινή, ενδιάμεση και μακρινή όραση. Οι φακοί Restor είναι ιδανικοί για ασθενείς που δεν επιθυμούν να χρησιμοποιούν γυαλιά έπειτα από επέμβαση για καταρράκτη.
Η συγκεκριμένη επέμβαση θεωρείται σήμερα μία από τις πιο προβλέψιμες, αποτελεσματικές και ασφαλείς επεμβάσεις. Κάθε χρόνο, στην Ευρώπη γίνονται πάνω από 1 εκατ. χειρουργικές επεμβάσεις καταρράκτη, με ποσοστό επιτυχίας 98% και χωρίς καμία επιπλοκή. Ωστόσο, υπάρχει πιθανότητα να εμφανιστούν κάποιες επιπλοκές.

Οι πιθανές επιπλοκές

Οι πιθανές επιπλοκές έπειτα από επέμβαση καταρράκτη, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισής τους, είναι οι εξής:

  • Φλεγμονή: Υπάρχει περίπτωση να πρηστεί το μάτι, χωρίς να υπάρχει λοίμωξη. Αντιμετωπίζεται με αντιφλεγμονώδεις οφθαλμικές σταγόνες.
  • Δευτεροπαθής καταρράκτης: Τα κύτταρα μπορεί να πολλαπλασιαστούν κάτω από τον ενδοφθάλμιο φακό (IOL) σε περίπου 30% του συνόλου των εγχειρήσεων καταρράκτη, κάνοντας το οπίσθιο τοίχωμα της κάψας, που κρατάει τον νέο σας φακό στη θέση του, να γίνει θολό. Στην περίπτωση αυτή, χρησιμοποιείται ένα state-of-the-art laser για να δημιουργηθεί μια μικρή τρύπα στη μεμβράνη που επιτρέπει στο φως να περνά. Αυτή είναι μια ανώδυνη και γρήγορη επέμβαση.
  • Ρήξη της οπίσθιας κάψας: Η οπίσθια κάψα που κρατά το φακό είναι σε κίνδυνο ρήξης όταν ο φυσικός φακός αντικαθίσταται με ένα IOL. Αν συμβεί αυτό, διορθώνεται η ρήξη.
  • Ενδοφθάλμια λοίμωξη: Χορηγείται αντιβιοτικό κολλύριο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την επέμβαση για να ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες μόλυνσης. Η λοίμωξη έπειτα από επέμβαση καταρράκτη είναι εξαιρετικά σπάνια. Ωστόσο, όσοι έχουν διαβήτη ή ανοσοκαταστολή μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι στη μόλυνση.
  • Διαρροή τομής: Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να υπάρξει μικρή διαρροή στην τομή του κερατοειδούς. Αν συμβεί αυτό, τοποθετείται ένας ειδικός τύπος φακού επαφής ή ένας επίδεσμος πίεσης πάνω από το μάτι, για να μη μολυνθεί.
  • Αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς: Αν ο ασθενής έχει μεγάλη μυωπία, ο κίνδυνος της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς αυξάνεται κατά τη διάρκεια κάθε είδους χειρουργικής επέμβασης ματιών. Τα συμπτώματα της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς περιλαμβάνουν φωταψίες, θάμβος όρασης, θολή κεντρική όραση, εξιδρώματα. Εξετάζεται με κάθε λεπτομέρεια το επίπεδο κινδύνου και λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα.
  • Κυστοειδές οίδημα της ωχράς κηλίδας: Μπορεί να εμφανιστεί πρήξιμο των ιστών της ωχράς κηλίδας των ματιών μέχρι και τρεις μήνες μετά την επέμβαση για καταρράκτη. Αν συμβεί αυτό, χορηγείται αντιφλεγμονώδες φάρμακο.

 

Πηγές: Dr Minir Asani, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Ιατρικός Διευθυντής German Eye Clinic, HYGEIA HOSPITAL TIRANA