Παθήσεις όπως η οστεοαρθρίτιδα, η οστεοπόρωση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και οι σπονδυλοαρθροπάθειες είναι αρκετά κοινές και δυστυχώς έχουν μεγάλες επιπτώσεις τόσο για την υγεία όσο και για την ποιότητα ζωής του πάσχοντος.

Καθοριστικός εδώ είναι ο ρόλος του ρευματολόγου, ο οποίος θα εντοπίσει έγκαιρα την ασθένεια και θα συστήσει την κατάλληλη αντιμετώπιση. Πότε, όμως, χρειάζεται η γνώμη του και ποιος ο ρόλος της πρόληψης;

Η ειδικότητα της ρευματολογίας καλύπτει πάνω από διακόσιες νόσους, οι οποίες προσβάλλουν τις αρθρώσεις, τα οστά και μαλακούς ιστούς, συμπεριλαμβανομένων και των μυών γύρω από τις αρθρώσεις σε όλο το σώμα. Αυτές οι καταστάσεις παρατηρούνται και στα δύο φύλα, σε όλες τις ηλικίες.

Η αρθρίτιδα είναι η συχνότερη αιτία φυσικής δυσλειτουργίας σε όλο τον κόσμο.

Για παράδειγμα, στην Ευρώπη το 20% - 30% των ενηλίκων έχει μυοσκελετικό πόνο ανά πάσα στιγμή. Τα μυοσκελετικά προβλήματα είναι ο δεύτερος συχνότερος λόγος για τον οποίο πηγαίνουμε στον ιατρό. Ένας στους πέντε Ευρωπαίους είναι σε μακροχρόνια αγωγή για κάποιο πρόβλημα αρθρίτιδας ή ρευματισμού.

Οι μυοσκελετικές νόσοι (αποκλειομένων των τραυμάτων) αντιπροσωπεύουν το 25% του συνολικού κόστους θεραπείας για όλες τις παθήσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μερικές από αυτές είναι πολύ συχνές, όπως ο πόνος στη μέση: για παράδειγμα, σε ποσοστό 80% οι άνθρωποι κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους θα έχουν πρόβλημα. Άλλα νοσήματα είναι πάρα πολύ σπάνια: το σκληρόδερμα π.χ.

προσβάλλει περίπου το 0,1% του πληθυσμού.

Οι κύριες παθήσεις

Μερικές από τις πιο σημαντικές παθήσεις με τις οποίες ασχολείται ο ρευματολόγος είναι οι εξής:

  • Η οστεοαρθρίτιδα, η οποία οφείλεται στην εκφύλιση των αρθρώσεων.
  • Η ρευματοειδής αρθρίτιδα και οι σπονδυλοαρθροπάθειες (π.χ. αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα), οι οποίες προκαλούν φλεγμονή στις αρθρώσεις, που, αν δεν ελεγχθεί, μπορεί να προκαλέσει μόνιμη κα μη αναστρέψιμη βλάβη.
  • Τα συστηματικά νοσήματα του συνδετικού ιστού, π.χ. ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η πολυμυοσίτιδα - δερματομυοσίτιδα και οι συστηματικές αγγειίτιδες, μεταξύ άλλων.
  • Και, ασφαλώς, η οστεοπόρωση.

Αν πάρουμε την οστεοπόρωση ως παράδειγμα: 19.000.000 άτομα στην Ευρώπη πάσχουν από αυτήν. Το 30% - 50% όλων των γυναικών και το 15% - 30% όλων των ανδρών θα πάθουν κάποια στιγμή ένα οστεοπορωτικό κάταγμα κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Λόγω του αυξανόμενου προσδόκιμου ορίου ηλικίας μέχρι το 2050, ο επιπολασμός, για παράδειγμα, των καταγμάτων του ισχίου υπολογίζεται ότι θα τριπλασιαστεί στους άνδρες και θα υπερδιπλασιαστεί στις γυναίκες. Αυτό είναι ένα από τα παραδείγματα που μας δείχνουν πόσο σημαντικός παράγοντας είναι η ηλικία για πολλά από τα μυοσκελετικά νοσήματα.

Παρ’ όλα αυτά, η αρθρίτιδα και οι ρευματισμοί μπορούν να προσβάλουν οποιονδήποτε σε οποιαδήποτε ηλικία, από την παιδική μέχρι την πολύ προχωρημένη γεροντική ηλικία.

Τα χαρακτηριστικά τους

Πολλές από τις μυοσκελετικές παθήσεις είναι δυνατόν να προκαλέσουν μη αναστρέψιμη βλάβη στις αρθρώσεις και αυτή η βλάβη σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με εγχείρηση. Ένα άλλο ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι αρκετές από τις παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος είναι πολυσυστηματικές.

Αυτό σημαίνει πως μπορούν να προσβάλουν πολλά άλλα συστήματα του σώματός μας, συμπεριλαμβανομένων π.χ. των οφθαλμών, του αναπνευστικού, της καρδιάς, του δέρματος, των νεφρών, ακόμη και του εγκεφάλου και της σπονδυλικής στήλης.

Η έγκαιρη διάγνωση και η έγκαιρη θεραπεία σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούν να σώσουν τη ζωή του πάσχοντος.

Τέλος, πολλές από τις νόσους του μυοσκελετικού συστήματος τείνουν να σχετίζονται και με αυξημένη θνητότητα και υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν πως η έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπεία είναι δυνατόν όχι μόνο να μειώσει τα συμπτώματα και να αυξήσει την ποιότητα ζωής αλλά και να περιορίσει τη θνητότητα.

Οι επιπτώσεις

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτά τα νοσήματα έχουν και άλλες ιδιαίτερα σημαντικές επιπτώσεις στον πάσχοντα. Αυτές δεν αφορούν μόνο στα συμπτώματα όπως ο πόνος, η δυσκαμψία, το πρήξιμο των αρθρώσεων, η απώλεια ενέργειας και βάρους, ακόμη και η αναιμία και ο πυρετός.

Τα νοσήματα αυτά μπορεί να έχουν σημαντικές ψυχικές και κοινωνικές επιπτώσεις στον ασθενή και να επηρεάσουν τη λειτουργικότητά του. Αυτές οι επιπτώσεις δύνανται να επηρεάσουν την προσωπική, την οικογενειακή, την επαγγελματική και την κοινωνική του ζωή.

Πράγματι, μελέτες δείχνουν ότι οι μυοσκελετικές νόσοι έχουν μεγαλύτερη επίπτωση στην ποιότητα ζωής από οποιαδήποτε άλλου είδους νόσο, συμπεριλαμβανομένων των ψυχιατρικών, των καρδιαγγειακών, των ενδοκρινολογικών, των αναπνευστικών και των νεφρολογικών νόσων, ακόμα και του καρκίνου.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ο μέσος ασθενής με ρευματοειδή αρθρίτιδα, αν η πάθησή του δεν ελέγχεται σωστά, θα έχει περίπου μία εβδομάδα το μήνα ελαττωμένης δραστηριότητας και περίπου τρεις μέρες το μήνα δε θα μπορεί να πάει στη δουλειά του.

Επίσης, σε ποσοστό περίπου 20% ασθενείς με τη συγκεκριμένη νόσο, πριν οι θεραπείες γίνουν ιδιαίτερα αποτελεσματικές όπως τώρα, έχαναν τη δουλειά τους μέσα στον πρώτο χρόνο, ενώ σχεδόν το 80% την πρώτη πενταετία.

Η αντιμετώπιση

Αυτού του είδους τα δεδομένα μας κάνουν να συνειδητοποιούμε ότι η θεραπεία αυτών των νόσων είναι πολυπαραγοντική. Η ρευματολογία είναι μια ειδικότητα που κινείται ταχύτατα. Είναι ένα από τα πιο εξαιρετικά παραδείγματα που δείχνουν πώς η επιστήμη και η πρόοδος της γνώσης μέσω της βιοϊατρικής, της ψυχικής, της κοινωνικής και της συμπεριφορικής έρευνας μπορούν να μεταφερθούν στην καθημερινή κλινική πράξη.

Σε καλά ανεπτυγμένα συστήματα παροχής υπηρεσιών υγείας και σε εξοπλισμένα τμήματα η ρευματολογία είναι μια ειδικότητα που περιλαμβάνει τη στενή συνεργασία του ιατρού όχι μόνο με τον ασθενή, αλλά και με πολλές άλλες ειδικότητες παροχής υπηρεσιών υγείας, π.χ.

φυσιοθεραπευτές, εργασιοθεραπευτές, ποδιάτρους, διαιτολόγους, κλινικούς ψυχολόγους κ.ά., και ασφαλώς και άλλων παθολογικών και χειρουργικών ειδικοτήτων.

Τις τελευταίες μία - δύο δεκαετίες έχουν γίνει τεράστια βήματα στη θεραπεία πολλών νοσημάτων από αυτά, κυρίως των φλεγμονωδών παθήσεων, της οστεοπόρωσης και μερικών από τις συστηματικές νόσους, με αποτέλεσμα τώρα πλέον να είμαστε ικανοί στην πλειονότητα των πασχόντων να τα ελέγχουμε πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι στο παρελθόν, με θεαματικά αποτελέσματα όσον αφορά όχι μόνο στον έλεγχο των συμπτωμάτων των ασθενών, π.χ.

του πόνου και της δυσκαμψίας, αλλά επίσης και στην πρόληψη μόνιμης βλάβης στις αρθρώσεις και στην αύξηση της λειτουργικότητας μακροπρόθεσμα.

Τι πρέπει να γνωρίζουμε

Οι στρατηγικές για την πρόληψη και την αποτελεσματική θεραπεία των μυοσκελετικών νοσημάτων συμπεριλαμβάνουν πολλά βήματα. Όλος ο πληθυσμός πρέπει να είναι πληροφορημένος γι’ αυτά όπως και για το γεγονός πως πλέον μπορούν να θεραπευτούν με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Εμείς, ως ιατροί, πρέπει να ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν τέτοια νοσήματα και να τους παρακολουθούμε, να ανιχνεύουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται την έναρξή τους, ώστε να μπορούμε να τα θεραπεύουμε αποτελεσματικά, και ταυτόχρονα, ασφαλώς, να μην ξεχνάμε πως όλα τα άτομα που ήδη αντιμετωπίζουν μυοσκελετική νόσο μπορούν να βοηθηθούν πολύ από τις σύγχρονες θεραπείες.

Μερικές από τις στρατηγικές πρόληψης για το γενικό πληθυσμό συμπεριλαμβάνουν τη φυσική άσκηση, τη διατήρηση του ιδανικού βάρους, την ισορροπημένη δίαιτα και την αποφυγή του καπνίσματος και της κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ.

Επίσης, για τους εργαζομένους, είναι χρήσιμο να προωθηθούν καλές συνήθειες στο χώρο εργασίας και να ενταθεί η πληροφόρηση σε επίπεδο τόσο κοινού όσο και ατομικό. Αυτά ασφαλώς είναι καλά για τη γενική υγεία κάθε ατόμου και όχι μόνο για το μυοσκελετικό σύστημα.

Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι, αν έχουμε συμπτώματα που αφορούν στο μυοσκελετικό σύστημα, δεν πρέπει απλώς να τα δεχόμαστε και να τα αγνοούμε, αλλά να βλέπουμε τον ειδικό ώστε να διερευνηθούν και, αν χρειάζεται, να λάβουμε έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπεία.

Πηγές: Γεώργιος Κήτας, MD, PhD, FRCP, Ρευματολόγος, Διευθυντής Τμήματος Ρευματολογίας ΥΓΕΙΑ