Ως παγωμένος ώμος, θεωρείται εκείνος ο ώμος ο οποίος έχει από μακρού πόνο και δυσκαμψία. Θεωρείται αγνώστου αιτιολογίας και συνήθως, μετά από ένα διάστημα 6-24 μηνών υπάρχει βελτίωση της παθολογικής καταστάσεως. Ακτινολογικά υπάρχει στένωση του μεσαρθρίου διαστήματος και παθολογοανατομία, πάχυνση του αρθρικού θύλακος, συμφύσεις και μείωση του αρθρικού υγρού.

Τουλάχιστον, αυτά έχουμε μάθει ως ορθοπεδικοί. Σε όλα αυτά τα χρόνια που εξετάζουμε ασθενείς, εμείς, δεν έχουμε συναντήσει αυτή την οντότητα που λέγεται παγωμένος ώμος. Έχουμε συναντήσει ώμους δύσκαμπτους, επώδυνους, που όμως, πάντοτε είχαν κάποια παθολογική αιτία. Σήμερα, εμείς πιστεύουμε ότι ο πόνος και η δυσκαμψία του ώμου εκτός των περιπτώσεων ακινητοποιήσεως μετά από τραυματισμό, οφείλεται, εάν δεν υπάρχει αρθρίτιδα, σε παθήσεις των νεύρων των άνω άκρων.

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνος μας δίδει νυκτερινή αιμωδία (μούδιασμα) και αίσθημα βάρους στο χέρι μας. Στα παραμελημένα σύνδρομα παρατηρούμε ότι οι ασθενείς παρουσιάζουν και ωλένιο νευρίτιδα. Τα δύο αυτά προβλήματα επηρεάζουν την κινητικότητα του άνω άκρου. Η δυσκαμψία του ώμου οφείλεται σε αυτή ακριβώς την μειωμένη κινητικότητα με αποτέλεσμα, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, το πρόβλημα του ώμου να είναι εντονότερο του προβλήματος των νεύρων και ο πάσχων να προσέρχεται στο γιατρό για το πρόβλημα του ώμου κι όχι των νεύρων.

Επίσης, λόγω της ακινησίας του ώμου υποχωρούν τα συμπτώματα της παθήσεως των νεύρων και εάν ο γιατρός δεν είναι έμπειρος, δεν θα τα αντιληφθεί.

Συμπερασματικά, σε κάθε ασθενή που αναφέρει παγωμένο ώμο, εάν δεν υπάρχει προηγηθείς τραυματισμός με επακόλουθο ακινησία, ή αρθρίτιδα, πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά για σύνδρομο καρπιαίου σωλήνος και ωλένια νευρίτιδα.

Η θεραπεία του παγωμένου ώμου είναι η ενδαρθρική χορήγηση φαρμάκων και η κινησιοθεραπεία ταυτόχρονα. Όταν ο ώμος θεραπευτεί, πρέπει ο ασθενής να επανελέγχεται για συνυπάρχουσες παθήσεις νεύρων.