Ποιες είναι οι ενδείξεις για μέτρηση της  οστικής πυκνότητας;

Σύμφωνα με τις επικαιροποιημενες οδηγίες (2007) της Διεθνούς Εταιρείας της Κλινικής Οστεοπυκνομετρίας, υποψήφιοι για μέτρηση της Οστικής Πυκνότητας είναι:

  • Γυναίκες 65 ετών και άνω.
  • Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κάτω των 65 ετών με παράγοντες κινδύνου.
  • Γυναίκες κατά την μεταβατική περίοδο της εμμηνόπαυσης με κλινικούς παράγοντες κινδύνου για κάταγμα, όπως χαμηλό σωματικό βάρος, προηγούμενο οστεοπορωτικό κάταγμα, φάρμακα με αρνητική επίδραση στα οστά.
  • Άνδρες 70 ετών και άνω.
  • Άνδρες κάτω των 70 ετών με κλινικούς παράγοντες κινδύνου.
  • Ενήλικοι με προηγούμενο οστεοπορωτικό κάταγμα.
  • Ενήλικοι με νόσο ή κατάσταση που συνοδεύεται με χαμηλή οστική πυκνότητα.
  • Ενήλικοι που παίρνουν φάρμακα που προκαλούν οστική απώλεια.
  • Κάθε άτομο που πρόκειται να πάρει αντιοστεοπορωτική αγωγή.
  • Κάθε άτομο υπό αγωγή για παρακολούθηση της θεραπείας.
  • Κάθε άτομο που δεν παίρνει θεραπεία και που η ενδειξη οστικής απώλειας θα οδηγήσει σε θεραπεία.
  • Γυναίκες που διακόπτουν την ορμονική θεραπεία υποκατάστασης θα πρέπει να αξιολογούνται για μέτρηση οστικής πυκνότητας σύμφωνα με τις παραπάνω ενδείξεις.

Είναι απαραίτητη η οστική πυκνομετρία στην παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας μίας μακρόχρονης θεραπείας οστεοπενικής νόσου;

Η μακρόχρονη θεραπεία μίας οστεοπενικής νόσου εκτιμάται κατά πόσο είναι αποτελεσματική και εάν πρέπει να συνεχισθεί ή να τροποποιηθεί από την αξιολόγηση ορισμένων αντικειμενικών παραμέτρων. Εκτός από τον έλεγχο των βιοχημικών οστικών δεικτών, η μέτρηση της οστικής πυκνότητας αποτελεί την πλέον αξιόπιστη και επιπλέον μη επεμβατική μέθοδο παρακολούθησης.

Η συσχέτιση της αυξημένης οστικής πυκνότητας με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπορωτικού κατάγματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παρακολούθηση μίας θεραπευτικής μεθόδου με οστική πυκνομετρία εκτιμά τον βαθμό μείωσης κινδύνου εμφάνισης κατάγματος που απορρέει από τη θεραπεία αυτή.

Η απαραίτητη προϋπόθεση για την παρακολούθηση μίας θεραπευτικής αγωγής με επανειλημμένες μετρήσεις οστικής πυκνότητας είναι η άριστη λειτουργία του μηχανήματος και η επαναληψιμότητα που πρέπει να είναι μικρότερη από την πιθανή μεταβολή της οστικής πυκνότητας με την πάροδο του χρόνου.

Είναι επομένως λογικό ότι επαναληπτικές μετρήσεις πρέπει να γίνονται εφόσον ο ποιοτικός έλεγχος του μηχανήματος έχει εξασφαλίσει το μικρότερο ποσοστό λάθους επαναληψιμότητας. Σήμερα, όλες οι κλινικές μελέτες ελέγχου της θεραπείας, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των πειραματικών εργασιών που εξετάζουν την επίδραση των φαρμάκων στον οστικό μεταβολισμό, βασίζονται στα αποτελέσματα επαναληπτικών μετρήσεων οστικής πυκνότητας.

Ποιες περιοχές του σκελετού πρέπει να μετρώνται με οστική πυκνομετρία;

Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας γίνεται σε ορισμένες τυπικές περιοχές του σκελετού (οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, αυχένας του μηριαίου οστού, περιφερικό άκρο των οστών του αντιβραχίου, ολόκληρος ο σκελετός), επίσης όμως και σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα του σκελετού, εάν υπάρχει συγκεκριμένος κλινικός ή ερευνητικός λόγος.

Η επιλογή των τυπικών περιοχών του σκελετού που προαναφέρθηκαν δεν έγινε τυχαία, αλλά με κριτήρια τη σύνθεση του οστού που εξετάζεται (σπογγώδες, φλοιώδες), την κλινική σημασία της περιοχής στη συχνότητα εμφάνισης οστεοπενίας και οστεοπορωτικών καταγμάτων, και την τεχνική ευκολία λήψης απεικόνισης της περιοχής αυτής του σκελετού (π.χ.

όχι επικάλυψη από άλλα οστά, σύνθεση μαλακών μορίων, λίπους κλπ.). Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από τις μετρήσεις σε διάφορες περιοχές του σκελετού δίνει πολύτιμες πληροφορίες, τόσο για τη συγκεκριμένη περιοχή που εξετάζεται, όσο και για τον τύπο του οστού που ενδιαφερόμαστε να μελετήσουμε.

Πρόσφατα, δόθηκε η δυνατότητα λήψης της οστικής πυκνότητας της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης σε πλάγια θέση και υπερτονίσθηκε το προσόν της λήψης αυτής να μετρά μόνο το σπονδυλικό σώμα και όχι το τόξο και τις αποφύσεις των σπονδύλων.

Από τα υπάρχοντα πάντως στοιχεία, τόσο η ακρίβεια όσο και η επαναληψιμότητα της πλάγιας λήψης είναι πτωχές. Επίσης, λόγω της επικάλυψης στην πλάγια θέση από τα λαγόνια οστά και τις πλευρές, πρακτικά μπορεί να μετρηθεί μόνο ένα σπονδυλικό σώμα, συνήθως του τρίτου οσφυϊκού σπονδύλου.

Τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα οστικής πυκνότητας έχουν άριστη απεικόνηση του σκελετού και μπορούν να χρησιμοποιηθούν επίσης στην εκτίμηση των σπονδυλικών παραμορφώσεων. Επίσης, είναι δυνατή η μέτρηση της οστικής πυκνότητας ειδικών περιοχών π.χ.

του παρακείμενου ολικής αρθροπλαστικής του ισχίου οστού, αλλά και πειραματοζώων .

Πηγές: Γιώργος Τροβάς, Ενδοκρινολόγος Εγαστηρίου έρευνας παθήσεων μυοσκελετικού συστήματος 'Θ. Γαροφαλίδης' Πανεπιστημίου Αθηνών - Νοσοκομείου ΚΑΤ.