Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα ανήκει στα λεγόμενα σύνδρομα παγίδευσης περιφερικών νεύρων. Ο καρπιαίος σωλήνας είναι ένας σωλήνας που τα τοιχώματά του αποτελούνται από οστούν, εκτός από την οροφή του, την οποία καλύπτει ο εγκάρσιος σύνδεσμος.

Όταν, για διάφορους λόγους, αυξηθεί η πίεση μέσα σ' αυτό το κανάλι πάνω από 20-30mm υδραργύρου επηρεάζεται η αγγείωση του μέσου νεύρου, με αποτέλεσμα αυτό να μην λειτουργεί καλά. Το σύνδρομο αυτό είναι αρκετά συχνό, εμφανίζεται περισσότερο στις γυναίκες και συνήθως σε ηλικίες από 30-60 ετών.

Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, παχύσαρκοι, καπνιστές και όσοι ασχολούνται με χειρωνακτικές εργασίες είναι πιθανότερο να εμφανίσουν το σύνδρομο αυτό.

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα μπορεί να προκληθεί όταν εξωτερικές δυνάμεις επιδρούν στο μέσο νεύρο, όπως βαριές χειρωνακτικές εργασίες, και επαγγέλματα που έχουν δονήσεις, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τους χειριστές κομπρεσέρ.

Μπορεί επίσης να οφείλεται σε οίδημα της περιοχής, όπως συμβαίνει σε νοσήματα συνδετικού ιστού, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, σε νοσήματα του θυρεοειδούς, στην εγκυμοσύνη και στην εμμηνόπαυση. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε καταστάσεις που υπάρχει νευροπάθεια, όπως στον αλκοολισμό και στον ζαχαρώδη διαβήτη ή να οφείλεται στην ανατομία του ίδιου του καναλιού, όπως μετά από τραυματισμούς π.χ.

κατάγματα καρπού, τενοντοελιτρίτιδες, τοπικούς όγκους ή αιματώματα.

Η διάγνωση αφορά σε πόνο του άνω άκρου που συνοδεύεται με αιμωδίες και σε βαρύτερες περιπτώσεις με απώλεια της μυϊκής ισχύος. Πιο χαρακτηριστικά, ο πόνος μπορεί να είναι νυχτερινός και τα αντικείμενα που κρατά το χέρι του ο ασθενής να γλιστρούν και να πέφτουν.

Η κλινική εξέταση περιλαμβάνει την κάμψη του καρπού για 60 δευτερόλεπτα (phalen test), το σημείο tinel που εμφανίζεται μετά από επίκρουση του μέσου νεύρου στην περιοχή του καρπού και μια αίσθηση ηλεκτρισμού μετά από αυτό, και το σημείο περιχειρίδος, δηλαδή μ' ένα πιεσόμετρο αύξηση της πίεσης στην περιοχή του βραχιονίου και αναπαραγωγή των συμπτωμάτων.

Επίσης, η διάγνωση επιβεβαιώνεται με χρήση του ηλεκτρομυογραφήματος.

Η θεραπεία του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα μπορεί να είναι συντηρητική, σε ελαφρές περιπτώσεις, με την χρήση νυχτερινών ναρθηκών που ακινητοποιούν τον καρπό και την έκχυση κορτιζόνης στο καρπιαίο τούνελ. Όταν τα συμπτώματα δεν υποχωρούν, τότε η χειρουργική θεραπεία με διάνοιξη του εγκαρσίου συνδέσμου είναι απαραίτητη.

Η χειρουργική θεραπεία είναι αποτελεσματική, όμως ο χειρουργός πρέπει να προσέξει τις παραλλαγές του κινητικού κλάδου του μέσου νεύρου, ο οποίος καμιά φορά περνάει μέσα από τον εγκάρσιο σύνδεσμο. Μετεγχειρητικά, το χέρι καλύπτεται με ογκώδεις επιδέσμους και η αφαίρεση των ραμμάτων γίνονται 2 εβδομάδες μετά, οπότε ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στις καθημερινές του δραστηριότητες.