Ο όρος ιδιοπαθής σκολίωση περιγράφει το ανώμαλο κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης (ΣΣ), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε κύρτωμα της ΣΣ είναι σκολίωση. Σύμφωνα με τον ορισμό της Scoliosis Research Society (SRS), σκολίωση είναι το μεγαλύτερο των 11 μοιρών κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης με ταυτόχρονη στροφή των σπονδύλων.

Η σκολίωση συνήθως εμφανίζεται στη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης ή στην θωρακοσφυική (στο όριο μεταξύ της θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας) ή ακόμα σπανιότερα αμιγώς στην οσφυϊκή. Συνήθως αφορά την εμφάνιση ενός κυρτώματος που έχει σχήμα C ή δύο συνεχόμενων που δίνουν το σχήμα S στην ΣΣ.

Η σκολίωση μπορεί να οφείλεται σε συγγενή, αναπτυξιακά ή εκφυλιστικά αίτια, αλλά οι περισσότερες περιπτώσεις της σκολίωσης είναι άγνωστης αιτιολογίας και περιγράφονται ως ιδιοπαθής σκολίωση.

Ιδιοπαθής σκολίωση (ΙΣ)

Είναι η πιο συχνή μορφή σκολίωσης εμφανιζόμενη κυρίως στην εφηβική ηλικία και οφείλει το όνομα της (ιδιοπαθής) στο ότι η αιτία της είναι άγνωστη, αν και συχνά εμφανίζεται σε οικογένειες, πράγμα που παραπέμπει σε κάποιας μορφής κληρονομικότητα.

Αν και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι μισό εκατομμύριο έφηβοι έχουν σκολίωση.

Με βάση την ηλικία εμφάνισης η ιδιοπαθής σκολίωση χωρίζεται σε τρεις τύπους:

  • από γέννηση μέχρι 3 ετών: νηπιακή σκολίωση (infantile scoliosis)
  • από 3 έως 9 ετών: παιδική (juvenile scoliosis)
  • από 9 έως και 18: εφηβική (adolescent scoliosis). Η τελευταία αποτελεί και το 80% όλων των περιπτώσεων της ιδιοπαθούς σκολιώσεως.

Η παραπάνω ταξινόμηση κυρίως διαχωρίζει τη νηπιακή από τους άλλους δύο τύπους σκολίωσης (παιδική και εφηβική) που έχουν ανάλογη μορφή και απάντηση στην θεραπεία. Μια δεύτερη ταξινόμηση που έχει προταθεί είναι με βάση την ανάπτυξη των πνευμόνων.

Με βάση ότι οι πνεύμονες μέχρι την ηλικία των πέντε ετών έχουν ολοκληρώσει την ανάπτυξή τους και η διαταραχή του πνευμονικού κλωβού (η σπονδυλική στήλη με τις πλευρές) δεν επηρεάζει τη χωρητικότητα αυτών, μπορεί η ιδιοπαθής σκολίωση να χωριστεί σε πριν και μετά την ηλικία των 5 ετών.

Κίνδυνος προόδου

Ο κίνδυνος της προόδου της ιδιοπαθούς σκολίωσης είναι αυξημένος κατά την εφηβεία, κυρίως κατά τη φάση της μέγιστης ανάπτυξης (juvenile growth spurt), που στα κορίτσια αρχίζει στην ηλικία των 11 και στα αγόρια στην ηλικία των 13 και διαρκεί και στα δύο φύλα μέχρι τα 18, επιταχυνόμενη τα δύο χρόνια.

Σκολίωση με σημαντικό κύρτωμα εμφανίζεται κυρίως στα κορίτσια που κατά 8 φορές συχνότερα χρειάζονται θεραπεία, γιατί το κύρτωμα εμφανίζει τάση προόδου. Γενικά όμως η πλειοψηφία των ασθενών με σκολίωση δεν χρειάζεται καμία θεραπεία.

Διάγνωση και συμπτώματα της Ιδιοπαθούς σκολιώσεως (Ι.Σ.)

Η ΙΣ προκαλεί παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης, αλλά όχι πόνο. Οι ασθενείς με ΙΣ μπορεί να εμφανίζουν πόνο στη ΣΣ (πχ οσφυαλγία), όπως και οι συνομήλικοί τους, χωρίς να εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία και συχνότητα οσφυαλγίας.

Σε παιδιά με πόνο και σκολίωση η αιτία του πόνου είναι κάτι άλλο, όχι η σκολίωση. Δεδομένου ότι η σκολίωση προκαλεί αλλαγή του σχήματος (κακόηχα ονομάζεται παραμόρφωση-deformity) του σώματος, στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στη διάγνωση της είναι:

  • ένας ώμος ψηλότερα από τον άλλο
  • προπέτεια μίας ωμοπλάτης
  • προπέτεια ή υψηλότερη θέση των πλευρών από τη μία πλευρά
  • ένας γοφός προέχει ή είναι υψηλότερα από τον άλλο
  • ασυμμετρία μέσης

Συνήθως ο παιδίατρος ή η νοσοκόμα του σχολείου είναι οι πρώτοι που βάζουν την διάγνωση της σκολίωσης. Το πιο συνηθισμένο τεστ για τη διάγνωση μικρών και χωρίς εμφανή παραμόρφωση σκολιώσεων είναι το τεστ της επίκυψης (Adam’s test), κατά το οποίο ο μαθητής σκύβει με τα χέρια και γόνατα τεντωμένα προς τα πόδια του, ενώ ο γιατρός ή ο νοσηλευτής παρακολουθεί την πλάτη κυρίως από πίσω.

Αυτή η θέση δείχνει καθαρά την ασυμμετρία της ΣΣ και του κορμού γενικά. Το επόμενο βήμα για τη διάγνωση είναι η ακτινογραφία της ΣΣ. Τυπικά αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η σκολίωση είναι ιδιοπαθής και δεν υπάρχει υπόστρωμα νευρομυϊκό, η κλινική εξέταση και κυρίως το νευρολογικό σκέλος αυτής είναι απαραίτητο να γίνεται.

Η ακτινογραφία γίνεται στην όρθια θέση (προσθιοπίσθια), για την επιβεβαίωση της διάγνωσης και τη μέτρηση της σκολίωσης (σε μοίρες). Η μέθοδος που χρησιμοποιείται ονομάζεται Cobb, και εμφανίζει ακρίβεια 3 με 5 μοίρες.

Στην ακτινογραφία πρέπει να περιέχεται και το άνω μέρος της πυέλου από βαθμό της οστεοποίησης της οποίας, μπορεί κανείς να υπολογίσει αδρά το υπολειπόμενο της ανάπτυξης του παιδιού (Risser sign, με μετρήσεις από 1 έως 5).

Σπανίως και κυρίως όταν υπάρχουν συνοδά νευρολογικά ευρήματα (αυξημένα αντανακλαστικά), ή στην παιδική σκολίωση προ κάθε θεραπείας, ή τέλος αν η σκολίωση είναι αριστερή θωρακική (το κύρτωμα δηλαδή στρέφει το κυρτό στην αριστερή πλευρά του σώματος, ενώ σχεδόν πάντα αναμένεται να είναι δεξιά), απαιτείται η λήψη μαγνητικής τομογραφίας της ΣΣ.

Με βάση τα ευρήματα, η αντιμετώπιση χωρίζεται σε παρακολούθηση, τοποθέτηση κηδεμόνα (κορσέ) ή και χειρουργική αντιμετώπιση.