Η οξεία επιδιδυμίτις περιγράφει εκείνο το κλινικό σύνδρομο, το οποίο εκδηλώνεται με φλεγμονή, πόνο, οίδημα στην επιδιδυμίδα και έχει διάρκεια μικρότερη από έξι εβδομάδες.

Κλινική συμπτωματολογία

Ο πόνος αποτελεί την κυριότερη εκδήλωση και οφείλεται στη φλεγμονή και το οίδημα του οργάνου. Τα τελευταία αρχίζουν συνήθως από την ουρά της επιδιδυμίδας και στη συνέχεια επεκτείνονται στην υπόλοιπη επιδιδυμίδα και την ορχική ουσία, ενώ παράλληλα και ο σπερματικός τόνος είναι οιδηματώδης και επώδυνος.

Παθογένεση

Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η θεώρηση ότι στα νεαρά άτομα η νόσος είναι ιδιοπαθής. Σύμφωνα με ορισμένους η φλεγμονή αποδίδεται στην παλινδρόμηση των ούρων στο σπερματικό πόρο, όταν κατά την ούρηση υπάρχει μια διαταραχή στη σύγκλιση του έξω σφιγκτήρα.


Η επιδιδυμίτιδα που προσβάλλει άνδρες ηλικίας 35 χρόνων και μικρότερους, που είναι σεξουαλικά ενεργοί, οφείλεται κατά κύριο λόγο σε σεξουαλικά μεταδιδόμενους μικροοργανισμούς.
Η επιδιδυμίτιδα προκαλείται από τη διασπορά μικροβίων που εντοπίζονται είτε στην ουρήθρα, είτε στην ουροδόχο κύστη.

Αυτή η παθολογική οντότητα δεν είναι συνήθης στα παιδιά και οι συνηθέστεροι μικροοργανισμοί που ενοχοποιούνται στους ενήλικες περιλαμβάνουν τα κολοβακτηρίδια και τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα μικρόβια όπως ο γονόκκοκος (N. Gonorrhoeae) και τα χλαμύδια (trachomatis clamydia).



Σε μια μικρή ομάδα ασθενών και ανεξάρτητα από την ηλικία, η επιδιδυμίτιδα μπορεί να οφείλεται είτε σε συστηματικό νόσημα, όπως η φυματίωση και η βρουκέλωση, είτε σε άλλους μικροοργανισμούς που προκαλούν συστηματικά νοσήματα.


Τέλος περιγράφεται και η επιδιδυμίτιδα μη φλεγμονώδους αιτιολογίας, η οποία είναι δευτεροπαθής, εντοπίζεται στην κεφαλή και οφείλεται στη θεραπεία με το αντιαρρυθμικό σκεύασμα αμιοδαρόνη.

Μετάδοση

Η μετάδοση των μικροβίων γίνεται μέσω της σεξουαλικής επαφής.

Διαγνωστικός έλεγχος

Κλινική εξέταση

Η κλινική εξέταση είναι σημαντική, καθώς δίνει τις σημαντικότερες πληροφορίες. Η φλεγμονή και το οίδημα άρχονται συνήθως από την ουρά της επιδιδυμίδας και επεκτείνονται στην υπόλοιπη επιδιδυμίδα και την ορχική ουσία, ενώ ο σπερματικός τόνος στην ψηλάφηση είναι οιδηματώδης και επώδυνος.


Εάν η επιδιδυμίτιδα είναι το αποτέλεσμα σεξουαλικά μεταδιδόμενων μικροβίων, υπάρχει το ενδεχόμενο οι ασθενείς να έχουν εκτεθεί στους μικροοργανισμούς αρκετό καιρό πριν από την εκδήλωση των συμπτωμάτων.
Εάν η αιτιολογία του προβλήματος είναι μικροβιακή, αυτή μπορεί να διαγνωσθεί εύκολα με την εξέταση του ουρηθρικού εκκρίματος.


Η διαφορική διάγνωση πρέπει να γίνεται με τη συστροφή του όρχεως, καθώς ένα 15% των ασθενών με συστροφή σε πρώιμα στάδια αναφέρουν οίδημα μόνο στην επιδιδυμίδα, ενώ σημαντική είναι και η επιβεβαίωση των ευρημάτων της κλινικής εξέτασης με το έγχρωμο υπερηχογράφημα του οσχέου.

Θεραπεία

Η θεραπεία βασίζεται στη χρήση των αντιβιοτικών (τετρακυκλίνες - φθοριοκινολόνες) και είναι σε άμεση εξάρτηση με τον αιτιολογικό παράγοντα. Η ανάπαυση, η χρήση των αναλγητικών και η ανύψωση των γεννητικών οργάνων - με αυτό τον τρόπο βοηθείται η λεμφική παροχέτευση - αποτελούν τους γενικότερους θεραπευτικούς παράγοντες.


Η χειρουργική επέμβαση ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες όπου έχει σχηματιστεί απόστημα και έχει ως στόχο την παροχέτευσή του.
Η επιδιδυμίτιδα που οφείλεται στην αμιοδαρόνη δεν ανταποκρίνεται στην αντιβιοτική αγωγή, καθώς δεν είναι το αποτέλεσμα φλεγμονής στην ουρήθρα ή την ουροδόχο κύστη.

Η μείωση της δόσης του φαρμάκου αποτελεί και τη λύση του προβλήματος.

Πρόληψη - Συμβουλές

Εάν ο υπεύθυνος μικροοργανισμός είναι τα χλαμύδια (trachomatis clamydia), τότε και ο σεξουαλικός σύντροφος θα πρέπει να υποβάλλεται στον έλεγχο για την ύπαρξη ή μη του λοιμογόνου παράγοντα.

Επιπλοκές

Η επιδιδυμίτιδα στους νεαρούς ασθενείς μπορεί να προκαλέσει μόνιμη απόφραξη των πόρων και κατά συνέπεια υπογονιμότητα. Ο σχηματισμός αποστήματος, το έμφρακτο των όρχεων και η εμφάνιση χρόνιου πόνου στο σύστοιχο ημιόσχεο αποτελούν τις κυριότερες επιπλοκές της νόσου.