Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι τέταρτος σε συχνότητα στους άνδρες και όγδοος στις γυναίκες και ευθύνεται για το 5,5% και το 2,3% όλων των νεοπλασμάτων αντίστοιχα.

Κυρίαρχο σύμπτωμα του είναι η αιματουρία που πρέπει πάντοτε να κινητοποιεί τον ασθενή να επισκεφθεί τον ουρολόγο και μερικές φορές η συχνουρία ή η δυσκολία στην ούρηση.

Ο έλεγχος ξεκινά με ένα απλό υπερηχογράφημα του ουροποιητικού συστήματος που καταδεικνύει τον όγκο στην κύστη και μας πληροφορεί για την επίδραση του ενδεχομένως στη νεφρική λειτουργία. Σε περίπτωση διηθήσεως ενός ουρητηρικού στομίου είναι δυνατόν να προκύψει ομόπλευρα υδρονέφρωση.

Εξίσου χρήσιμη είναι η ενδοφλέβιος πυελογραφία όπου χορηγείται μια ουσία που σκιαγραφεί όλο το ουροποιητικό.

Συνήθως σ΄ αυτήν διαπιστώνεται ένα έλλειμμα στη σκιαγράφηση της ουροδόχου κύστεως. Όμως είναι δυνατόν πολύ μικροί όγκοι να μην είναι εμφανείς σε καμιά από τις δύο προαναφερθείσες διαγνωστικές εξετάσεις οπότε έχουν θέση η κυτταρολογική εξέταση των ούρων και η κυστεοσκόπηση.

Στην πρώτη εξετάζονται τα ούρα του ασθενούς για την παρουσία καρκινικών κυττάρων που αποπίπτουν από τον όγκο ενώ η δεύτερη είναι επεμβατική μέθοδος που μας παρέχει την δυνατότητα να εντοπίσουμε ένα όγκο υπό άμεση όραση και επί υπάρξεως αμφιβολιών να λάβουμε βιοψίες.

Η αξονική τομογραφία συμπληρώνει τον έλεγχο προσδιορίζοντας την επέκταση του όγκου ανάλογα με την διήθηση των γύρω οργάνων και την ύπαρξη διογκωμένων λεμφαδένων και μεταστάσεων.

Τα νεοπλάσματα της κύστεως διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: α) τα επιφανειακά (64%-80%) που δεν διηθούν τον μυϊκό χιτώνα της κύστεως και β) τα διηθητικά. Τα πρώτα αντιμετωπίζονται με διουρηθρική εξαίρεση και ίσως και ενδοκυστικές εγχύσεις φαρμάκων αλλά έχουν την πιθανότητα να υποτροπιάσουν (66%) στα πέντε χρόνια ή ακόμα και να μετατραπούν σε διηθητικά (15%).

Γι΄ αυτό και μετά την διουρηθρική εξαίρεση συνιστάται περιοδική παρακολούθηση με κυτταρολογικές ούρων, υπερήχους και κυστεοσκόπηση.

Στις ενδοκυστικές εγχύσεις τα φάρμακα που χορηγούνται μπορεί να καταστρέφουν τα νεοπλασματικά κύτταρα (χημειοθεραπεία) ή να διεγείρουν την ανοσολογική απάντηση του οργανισμού.

Στην τελευταία περίπτωση τα φυσιολογικά κύτταρα του οργανισμού δεν επηρεάζονται ενώ στην πρώτη δράση επεκτείνεται και σ΄ αυτά αλλά σε μικρότερο βαθμό από τα νεοπλασματικά. Ο ρόλος των ενδοκυστικών εγχύσεων είναι να ελαχιστοποιήσουν τα υπολειπόμενα νεοπλασματικά κύτταρα μετά την διουρηθρική εκτομή, να μειώσουν την συχνότητα των υποτροπών ή να επιμηκύνουν τον χρόνο που αυτές θα εμφανισθούν.

Τέλος, να ελαττώσουν την πιθανότητα του καρκίνου σε διηθητικό.
Τα διηθητικά νεοπλάσματα που δεν έχουν βγει έξω από την κύστη αντιμετωπίζονται με ριζική κυστεκτομή, μια βαρύτατη επέμβαση, όπου αφαιρούνται ολόκληρη η ουροδόχος κύστη και ο προστάτης και οι ουρητήρες εμφυτεύονται στο δέρμα (ουρητηροστομία στο δέρμα) ή στο έντερο (ουρητηροσιγμοειδοστομία) ή τέλος δημιουργείται νέα ουροδόχος κύστη από τμήματα εντέρου στη θέση της φυσιολογικής (ορθότοπη).

Εναλλακτική θέση στη θεραπεία του διηθητικού καρκίνιου έχει και η ακτινοβολία με καλά αποτελέσματα ενώ για προχωρημένα νεοπλάσματα σημαντική ανακούφιση μπορεί να προσφέρει η χημειοθεραπεία.

Πηγές: Γράφει ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΕΝΟΣ, Αμ. Επικ. Καθηγητής, Δ/ντης Ουρολογικής Κλινικής του ΓΝΝΑ "Η ΕΛΠΙΣ"