Της Σοφίας Νέτα

Αδιαμφισβήτητα, η διάγνωση καρκίνου επιφέρει δραματικές αλλαγές τόσο στη ζωή του ασθενή, όσο και της οικογένειάς του. Μετά την ανακοίνωση της διάγνωσης κυριαρχεί το συναίσθημα το φόβου, μαζί με αυτό το θυμού: «Γιατί σε εμένα;». Για το λόγο αυτό είναι σημαντική η στήριξη από τους οικείους του, προκειμένου να βρεί ο ασθενής τη δύναμη να αντιμετωπίσει τη νόσο. Επίσης ο καρκίνος θα πρέπει να πάψει να αποτελεί θέμα ταμπού, γιατί αποσιώπηση του προβλήματος δημιουργεί στον ασθενή το αίσθημα της απομόνωσης και της περιθωριοποίησης.

Στο θέμα αυτό έχει βοηθήσει ιδιαίτερα η πρωτοβουλία επωνύμων και στην Ελλάδα να μιλήσουν ανοιχτά για τη νόσο και τον αγώνα που έδωσαν ή δίνουν, προτρέποντας έτσι τους καρκινοπαθείς να μιλήσουν ανοιχτά για τη ασθένεια τους και τα όσα τους απασχολούν.

Οι ελπιδοφόρες εξελίξεις στον τομέα της ογκολογίας αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, ενώ οι ειδικοί και στη χώρα μας είναι ενημερωμένοι για τις σύγχρονες θεραπείες. Πλέον η αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη απαιτεί τη συνεργασία πολλών ειδικοτήτων, ώστε να υπάρξει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι όσο πιο νωρίς γίνεται η διάγνωση τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες οριστικής ίασης. Η πρόληψη όπως είναι γνωστό είναι η καλύτερη θεραπεία γι΄αυτό σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ότι:

  • Οι άντρες άνω των 50 ετών ή όσοι έχουν οικογενειακό ιστορικό (από την ηλικία των 40 ετών), θα πρέπει να ελέγχονται. Πώς; με δακτυλική εξέταση και με τον προσδιορισμό του PSA.
  • Αν και εφόσον υπάρχει απόκλιση από το φυσιολογικό σε αυτές τις δυο εξετάσεις (η μία είναι κλινική, η άλλη εργαστηριακή), τότε χρειάζεται επιπλέον εργαστηριακός έλεγχος που συμπεριλαμβάνει τη λήψη βιοπτικού υλικού υπό διορθικό υπερηχογράφημα. Αν, διαγνωσθεί καρκίνος του προστάτη, επιπλέον απεικονιστικός έλεγχος (ακτινογραφία, CT, MRI, CT scans) είναι σημαντικός για να ελεγχθούν όργανα που αποτελούν μεταστατικούς τόπους (οστά, ήπαρ, πνεύμονες είναι τα πιο συνήθη).
  • Η ηλικία των ασθενών που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του προστάτη συνήθως κυμαίνεται από την 5η έως την 7η δεκαετία της ζωής τους.

Μετά τη διάγνωση

  • Η σταδιοποίηση (TNM), ο βαθμός κακοηθείας (Gleason score) και η συνολική επιθετικότητα του νεοπλάσματος (μεταστάσεις, γρήγορος διπλασιασμός του PSA κλπ), καθώς και άλλα συνοδά νοσήματα που πιθανά προϋπάρχουν και η γενική εικόνα του ασθενούς (λειτουργική αξιολόγηση, δηλαδή βαθμός αυτό-ικανοποίησης των αναγκών του, π.χ. ψώνια, χειρισμός χρημάτων, κλπ) προσδιορίζουν την επιλογή της θεραπείας.
  • Οι δυνατές επιλογές που προκύπτουν είναι είτε η παρακολούθηση, η ριζική προστατεκτομή, η ακτινοθεραπεία, η ορμονοθεραπεία και η χημειοθεραπεία.
  • «Η αρχική διάγνωση τίθεται συχνότερα από τον ουρολόγο, ο οποίος παρακολουθεί, χειρουργεί και χορηγεί την ορμονοθεραπεία στον ασθενή. Το βέλτιστο ωστόσο, είναι λόγω της πολυπλοκότητας της νόσου αλλά και διαφορετικών θεραπευτικών προσεγγίσεων (ορμονοθεραπεία, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία) ανάλογα με το στάδιο της νόσου, να συνεργάζονται όλες οι σχετιζόμενες ειδικότητες, δηλαδή οι ουρολόγοι, ακτινοθεραπευτές και ογκολόγοι).
  • Η νόσος όταν αντιμετωπίζεται με τους αρχικούς ορμονικούς χειρισμούς (LHRH+αντιανδρογόνα), ανταποκρίνεται για ένα χρονικό διάστημα περίπου 24 μηνών, ενώ ένας δεύτερος ορμονικός χειρισμός με (LHRH+/- αντιανδρογόνα) δίνει έλεγχο της νόσου περίπου άλλους 6-12 μήνες»
  • Από αυτό το στάδιο και μετά, ο μεταστατικός ασθενής πλέον που θα κάνει υποτροπή της νόσου, θα πρέπει να αξιολογείται και να του χορηγείται είτε ορμονική θεραπεία με τα νεότερα ορμονικά σκευάσματα (αμπιρατερόνη) αν και εφόσον η νόσος είναι ασυμπτωματική ή ήπια συμπτωματική ή ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία (αρχικά με δοσεταξέλη). Σε δεύτερη υποτροπή και μετά δοσεταξέλη, και ενώ ο ασθενής είναι μεταστατικός, μπορεί να χορηγεί χημειοθεραπεία (καμπαζιταξέλη) ή ορμονοθεραπεία (αμπιρατερόνη ή ενζαλουταμίδη).
  • Ο βέλτιστος χρόνος έναρξης της χημειοθεραπείας έναντι της ορμονοθεραπείας παραμένει να καθοριστεί. Με βάση τις νέες θεραπείες, είναι πολύ σημαντικό να χορηγηθούν τα φάρμακα στη βέλτιστη αλληλουχία, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί το όφελος για τον ασθενή. Με αυτό το σκεπτικό, και λαμβάνοντας υπόψη την ετερογένεια της νόσου, προγνωστικοί δείκτες του κλινικού αποτελέσματος χρειάζεται να οριστούν και να χρησιμοποιούνται.
  • «Ενα ποσοστό των ασθενών, που κυμαίνεται από το 25-33%, είναι ανθεκτικοί στην ορμονική θεραπεία. Ο σύντομος χρόνος ανταπόκρισης στην πρώτη ορμονική θεραπεία και η επιθετικότητα της νόσου (υψηλό Gleason score και σπλαχνικές μεταστάσεις), αποτελούν κριτήρια για πιθανή αλλαγή της θεραπείας από ορμονοθεραπεία σε χημειοθεραπεία. Η χημειοθεραπεία (με νεότερο σκεύασμα την καμπαζιταξέλη) έχει δείξει όφελος στη συνολική επιβίωση ανεξάρτητα του χρόνου απάντησης στην πρώτη ορμονική θεραπεία, ανεξάρτητα του Gleason score, ανεξάρτητα αν υπάρχουν σπλαχνικές μεταστάσεις ή απομακρυσμένες οστικές μεταστάσεις, ενώ διατηρεί το όφελος στη συνολική επιβίωση στα 2 έτη»
  • Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης CHAARTED που παρουσιάστηκε στο ASCO τον Ιούνιο του 2014, φαίνεται ότι για ασθενείς που διαγιγνώσκονται με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη και ανεξάρτητα αν έχουν λάβει για προηγούμενο στάδιο της νόσου ορμονοθεραπεία ή όχι, ο συνδυασμός της δοσεταξέλης με τη συνήθη ορμονοθεραπεία σε αρχικό στάδιο του μεταστατικού καρκίνου του προστάτη, κατάφερε να βελτιώσει σημαντικά την επιβίωση και βοήθησε τους άντρες με αυτή τη νόσο να ζήσουν πάνω από ένα χρόνο περισσότερο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι συχνά η χημειοθεραπεία αφήνεται για τελικά στάδια της νόσου λόγω του φόβου που υπάρχει για την τοξικότητα και τις ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ δείχθηκε ότι η προσθήκη της στην ορμονοθεραπεία επέτρεψε σε ασθενείς με εκτεταμένη νόσο να ζήσουν 17 μήνες περισσότερο σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο ορμονοθεραπεία.
  • Δεν θα πρέπει να χάνεται η ευκαιρία να εισπράξει ο ασθενής το όφελος της έγκαιρης έναρξης χημειοθεραπείας . Θα πρέπει να χορηγείται το σωστό φάρμακο, στη σωστή ώρα για τον σωστό ασθενή ώστε να αποκομίσει το μέγιστο κλινικό όφελος. Με αυτό το σκεπτικό, οι ιατροί πολλών ειδικοτήτων χρειάζεται να συνεργάζονται: παθολογοανατόμοι, ουρολόγοι, ακτινοθεραπευτές και ογκολόγοι, προκειμένου ο ασθενής να αποκομίζει την καλύτερη δυνατή ιατρική φροντίδα και το μεγαλύτερο κλινικό όφελος.