Λέγοντας ‘τραυλισμός’ εννοούμε την επανάληψη συνήθως του αρχικού φθόγγου, συλλαβής ή και ολόκληρης της λέξης σε περιοδικά διαστήματα κατά την ομιλία. Η επανάληψη αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από κόλλημα – σταμάτημα πλήρες, για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα (μπλοκάρισμα).

Ο τραυλισμός (το κεκέδισμα) είναι ένα ιδιότυπο πρόβλημα λόγου, αφού η εμφάνισή του δεν είναι σταθερή.

Παρουσιάζεται κάποιες μέρες, κάποιες ώρες, σε κάποια περιβάλλοντα, με ορισμένους συνομιλητές. Η έντασή του μπορεί να αυξομειωθεί.

Η έρευνα μιλά για γενετική προδιάθεση, ωστόσο, είναι μια διαταραχή που ο ψυχολογικός παράγοντας και οι περιβαλλοντικές συνθήκες έχουν ύψιστο ρόλο.

Καταρχήν ο τραυλισμός παρουσιάζεται γύρω στα 2, 2 ½, 3, 3 ½, χρόνια, ως φυσιολογικό στάδιο της εξέλιξης των παιδιών, όπως το μπουσούλισμα.

Παρουσιάζεται σε όλα σχεδόν τα μικρά, ως μετάβαση του λόγου τους στην κοινωνία των μεγάλων. Αυτό σημαίνει ότι, το μικρό παιδί, αρχίζοντας να σχηματίζει μεγαλύτερες φράσεις με γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες και ευρύτερο λεξιλόγιο, συχνά, δυσκολεύεται να βρει την κατάλληλη μορφή έκφρασης, τη στιγμή που τη χρειάζεται.

Στην προσπάθειά του να μιλήσει και να αντεπεξέλθει στις αυξανόμενες απαιτήσεις του περιβάλλοντός του, το παιδί δίνει τον καλύτερο εαυτό του και αναλώνεται σε μεγάλη διαδικασία. Συνήθως, αυτή η περίοδος της μετάβασης μπορεί να κρατήσει από μερικούς μήνες μέχρι και ένα ολόκληρο χρόνο.

Στην περίοδο αυτή λοιπόν πρωτοπαρουσιάζεται ο τραυλισμός.

Αν υπάρχει η γενετική προδιάθεση ή λάθος αντίδραση από το περιβάλλον, τότε, πιθανόν είναι, ο τραυλισμός να παραμείνει.

Συνήθως, τα 4 στα 5 παιδιά που συμβαίνει αυτό είναι αγόρια.

Και ποια είναι αυτή η εσφαλμένη αντίδραση του περιβάλλοντος;

Συχνά, οι γονείς αντί να ‘αδιαφορήσουν’, αντιδρούν με υπερβάλλον άγχος σ’ ένα φαινόμενο φυσικό. Αρχίζουν να διορθώνουν και να συμπληρώνουν το παιδί με το τελείωμα των λέξεων ή φράσεων που το παιδί προσπαθεί να δημιουργήσει.

Αρχίζουν να συμβουλεύουν λανθασμένα ‘σταμάτα και πάρε αναπνοή’, ‘πιο αργά’, ‘ηρέμισε’.

Έτσι, μεταφέρεται το άγχος τους στο παιδί, που νοιώθει επίσης ανασφάλεια για τα λεγόμενά του και τον τρόπο που επικοινωνεί.

Το φυσικό γεγονός της ομιλίας γίνεται πια συνειδητή προσπάθεια ‘μη αποτυχίας’. Όταν το παιδί θέλει να κάνει καλή εντύπωση, τότε, το άγχος του, να μην αποτύχει και διορθωθεί από το περιβάλλον του πάλι και πάλι, αυξάνεται και μοιραία τραυλίζει περισσότερο, σε χρόνο και σε ένταση.

Έτσι, η αβίαστη επανάληψη και διακοπή ροής του λόγου αρχίζει να φορτίζεται συναισθηματικά και η ομιλία να γίνεται κάτι πολύπλοκο.

Ο τραυλισμός αρχίζει να εξελίσσεται και να περνά σε στάδια.

Από το 1ο στάδιο, μπορεί να φτάσει μέχρι το 4ο που χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη όξυνση και συχνότητα των επαναλήψεων και των μπλοκαρισμάτων, αλλά ακόμη και από σωματικές κινήσεις (κοκκίνισμα και αποφυγή της οπτικής επαφής, σφίξιμο της μπουνιάς, χτύπημα του παιδιού, τικ του ματιού), αποφυγές και προσμονές.

Το παιδί, καθώς μεγαλώνει, αρχίζει να αποφεύγει διάφορες καταστάσεις που ‘προσμένει’ ότι θα τραυλίσει.

Ο τραυλισμός είναι μια σύνθετη διαταραχή που επιζητά τη συνδρομή τόσο του λογοπαθολόγου όσο και του ψυχολόγου, τόσο με το άτομο που τραυλίζει, όσο και με το οικογενειακό του περιβάλλον.

Η θεραπεία με τον λογοπαθολόγο συνιστάται:

  • σε μια σειρά ασκήσεων απευαισθητοποίησης από τις προσμονές και τις αποφυγές του ‘ασθενούς’.
  • Σε χαλάρωση των φωνητικών αρθρωτικών οργάνων.
  • Σε αναπνευστικές κινήσεις και ασκήσεις ρυθμού.

Στόχος είναι η αποκατάσταση ροής της ομιλίας. Εκείνο βέβαια που πρέπει να γνωρίζει ο ασθενής και το περιβάλλον του, είναι ότι η θεραπεία συνήθως βοηθά στη βελτίωση και όχι στην πλήρη ίαση.

Ο τραυλισμός σπάνια έχει 100% ίαση κι αν έχει, δεν οφείλεται τόσο στο θεραπευτή, όσο και στον ίδιο τον πάσχοντα.

Λένε ‘μια φορά τραυλός για πάντα τραυλός’.

Ο τραυλισμός είναι κάτι ύπουλο. Μπορεί να νομίζεις ότι ‘τελείωσε’ κι όμως να ξαναπαρουσιαστεί. Πάει καλύτερα, όταν ο ασθενής πάρει απόφαση ότι, ακόμα κι αν παρουσιαστεί, μπορεί να το αντιμετωπίσει.

Στις περιπτώσεις των παιδιών, κυρίως προσπαθούμε την τροποποίηση του περιβάλλοντος, τη συμβουλευτική στους γονείς, τη στήριξη του παιδιού, το γλωσσικό του εμπλουτισμό. Δεν δουλεύουμε με ασκήσεις χαλάρωσης και αναπνευστικές.

Όσο φτωχότερο γλωσσικά είναι ένα παιδί, τόσο ο τραυλισμός λαμβάνει πιο έντονη μορφή. Συχνά, η γλωσσική φτώχεια είναι σημαντική αιτία εκδήλωσης του φαινόμενου.

Υπάρχει, πρέπει να προσθέσουμε, ο τραυλισμός που συνοδεύει διάφορες νευρολογικές καταστάσεις (παιδιά με σύνδρομα, εγκεφαλική παράλυση, μετατραυματικές καταστάσεις). Αυτό είναι κάτι διαφορετικό, και δεν πρέπει να συγχέεται με αυτό που περιγράψαμε παραπάνω.