Όταν οι γονείς ανησυχούν, συνήθως έχουν δίκιο.

Αυτή είναι η αρχή που πρεσβεύω, φιλτραρισμένη από την επιστημονική μας κατάρτιση, από τότε που ασκώ την Παιδιατρική.
Στην Ελλάδα ακόμα δεν υπάρχει βαθιά εδραιωμένη η αίσθηση ότι κάθε παιδί πρέπει να προσέρχεται για Αναπτυξιακή Εκτίμηση Well-Child visit, χωρίς να υπάρχει κάποιο πρόβλημα, αλλά στις ηλικίες - κλειδιά όπου περιμένουμε το παιδί να κατακτήσει τα φυσιολογικά αναπτυξιακά ορόσημα, τα οποία πρέπει να είναι σύγχρονα δεδομένα, επιστημονικά τεκμηριωμένα κι όχι βασισμένα απλά στη λαϊκή σοφία ή σε παλαιές γνώσεις.

Ηλικίες- κλειδιά είναι 6 εβδομάδες ζωής, 8 και 18 μήνες, 2.5, 4 και 5 ετών, εφηβεία. Ως συνήθως οι γονείς προσέρχονται από κάποια βαθειά ανησυχία για την ανάπτυξη του παιδιού τους. Και η ίδια η απόφαση να έρθουν για επίσκεψη θέλει, πολλές φορές, μεγάλο θάρρος.

Αυτό ο ειδικός δεν πρέπει να το ξεχνάει.

Οι γονείς αισθάνονται ότι εξετάζονται οι ίδιοι, προσερχόμενοι για την Νευροαναπτυξιακή παιδιατρική επίσκεψη αλλά και σε επισκέψεις σε άλλους ειδικούς που έχουν να κάνουν με την παιδική ανάπτυξη, όπως λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές κλπ.

Είναι κάποτε σαν να φοβούνται ότι ο ειδικός θα τους ‘μαλώσει’ γιατί δεν είναι ‘καλοί’ γονείς ή ‘επαρκείς’ ως προς την ανάπτυξη του παιδιού τους.

Αυτό είναι εμφανές στο άγχος των γονέων, στα ιδρωμένα χέρια, στο δέος με το οποίο αντιμετωπίζουν δικαιολογημένα την επίσκεψη, στην ανακούφιση ή στη θλίψη την οποία βιώνουν και είναι αμφότερες μέρος της ζωής μας και της συναισθηματικής μας εξέλιξης.

Εδώ πρέπει οι ειδικοί να στεκόμαστε δίπλα στους γονείς, χωρίς όμως να ξεχνάμε τον ρόλο μας και πάντα σύμφωνα με τις δυνατότητές μας.

Άλλες φορές οι γονείς φοβούνται ίσως ότι οι ίδιοι ευθύνονται για κάποια κληρονομική κατάσταση που πιθανόν να αντιμετωπίζει το παιδί.

Είναι το γνωστό που λένε πολλές μαμάδες επίσης... ‘πήρε από τον μπαμπά του!’

Επιπλέον είναι πολλοί οι γονείς που σκέφτονται ότι κάποιος περιβαλλοντικός παράγοντας που επέδρασε πάνω τους, πριν ή κατά τη γέννηση του παιδιού τους, όπως ηλικία, κάπνισμα, φάρμακα που έπαιρναν ή διατροφή πχ, είχε σχέση με την αναπτυξιακή κατάσταση του παιδιού τους και άρα οι ίδιοι ευθύνονται για την εξέλιξη ανεπιστρεπτί.

Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει κάποια δόση αλήθειας, αλλά εδώ ο ειδικός, εφόσον εμπίπτει στην δικαιοδοσία του πρέπει, σύμφωνα με επιστημονικά τεκμηριωμένα στοιχεία, να αναλύσει την πραγματικότητα και την πιθανότητα των σεναρίων αυτών και να εξηγήσει το αποτέλεσμα των παραγόντων αυτών.

Οι γονείς έχουν δικαίωμα στην αλήθεια. Όσο κι αν αυτή πονάει κάποτε. Οι γονείς αναζητούν απαντήσεις. Γιατί στο παιδί μου συνέβη αυτό; Γιατί μου συνέβη εμένα αυτό; Πού έφταιξα; Μπορώ να το διορθώσω; Θα ξανασυμβεί;

Στον βαθμό που ο ειδικός μπορεί, οφείλει να απαντήσει. Ο ειδικός όσο μπορεί, όσο του επιτρέπεται, πρέπει να απαλύνει από τις τύψεις τον γονέα. Να τον καταστήσει και πάλι λειτουργικό. Και να προσπαθήσει, όσο του επιτρέπουν τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, οι απαντήσεις του να είναι ξεκάθαρες.

Στην πραγματικότητα όμως, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, μπορεί να μην υπάρχει ξεκάθαρο αίτιο για κάποια αναπτυξιακή διαταραχή που με τις παρούσες επιστημονικές γνώσεις να μπορεί ο ειδικός να βοηθήσει στη διαλεύκανση. Και σε αυτό πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι.

Πάνω απ’ όλα όμως πρέπει ο ειδικός να τονίσει ότι δεν πρέπει να κολλάμε σε ταμπέλες αλλά στο τί πρέπει να κάνουμε. Πώς πρέπει να κινηθούμε. Τί μπορούμε να περιμένουμε από και για το παιδί μας. Πώς θα μπορέσουμε να εκμεταλλευθούμε στο μέγιστο τις δυνατότητες του παιδιού μας και να αναγνωρίσουμε τις δυσκολίες του.

Ειδικά όταν πρόκειται για άπειρους γονείς, που μόλις γέννησαν το πρώτο τους, που φοβούνται να διαχειριστούν το παιδί τους, ‘για να μην κάνουν λάθος’ όπως πολλές φορές λένε στο ιατρείο. Ή πολλές φορές νιώθουν ότι δεν έχουν τις γνώσεις να αντιμετωπίσουν τόσο παιδιά με αναπτυξιακά και άλλα θέματα αλλά και παιδιά τυπικής ανάπτυξης.

Εκεί αναλαμβάνουν οι γιαγιάδες κυρίως λατρεμένο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και παράδοσης, που συνήθως είναι πολύ χρήσιμες, κάποτε εξανάγκης παρούσες και κάποτε- κάποτε, μπορεί ακόμα και να υποθάλπτουν, για δικούς τους λόγους, ισορροπίας ιεραρχίας στην οικογένεια, ότι, κυρίως η κόρη τους, σπανιότερα η νύφη τους, ‘δεν ξέρει να κρατήσει το παιδί’...

Το φαινόμενο έχει πολύπλοκες πολιτισμικές προεκτάσεις, ειδικά αν πρόκειται για πόλη ή χωριό, αν η γιαγιά μένει μαζί με το ζευγάρι ή στο από πάνω διαμέρισμα κλπ.

Ο ειδικός πρέπει να είναι προσεκτικός, στο να μην αποδυναμώσει τους γονείς, υποδεικνύοντας συνέχεια τα πιθανά λάθη ή συνηθέστερα, παραλείψεις, αλλά να τους ενδυναμώσει, ούτως ώστε να μπορούν να αναλάβουν αυτοδύναμα το παιδί στο σπίτι.

Οι γιαγιάδες και γενικότερα οι παππούδες, θείες κλπ είναι καλό να ασχολούνται με το παιδί, ειδικά σε μία εποχή όπου η μητέρα δουλεύει, είναι ανεξάρτητη αλλά μπορεί να μην υπάρχουν τα χρήματα για τον παιδικό σταθμό πχ ή απλά να θεωρούμε καλύτερη τη φύλαξη από τους παππούδες.

Εδώ το κύριο στοιχείο είναι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η επιμέλεια να μη χάνεται από την μητέρα του παιδιού αλλά να είναι ξεκάθαρο ότι η γιαγιά εκτελεί το χρέος της ως γιαγιά κι όχι ως Υπερ-μαμά όλων, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της μητέρας.

Όσο σημαντική και να είναι η γιαγιά σε ένα σπίτι και στη ζωή ενός παιδιού, επουδενί δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη μητέρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αντιμετώπιση της κυρίαρχης αλλά χρήσιμης και πολλές φορές ορθής γιαγιάς, που υποδεικνύει συνεχώς τα
λάθη της μητέρας, είναι πολύ δύσκολη.

Χρειάζεται ένα ενεργό πατέρα και ψυχολογική υποστήριξη από την οικογένεια ως σύνολο, τον σύζυγο και τον ειδικό. Η ανάμειξη του ειδικού πρέπει να γίνει μόνο εφόσον ζητείται ή εφόσον απαιτείται και πρέπει να έχει την κατάλληλη εκπαίδευση για αυτό.

Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις πράγματι να απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις για την αντιμετώπιση καταστάσεων και εκπαιδευτικών κυρίως θεραπειών, όπως σε περιπτώσεις μαθησιακών δυσκολιών, αναπτυξιακών διαταραχών, οργανικών / σωματικών ιατρικών καταστάσεων αλλά και ιδιαίτερων ψυχολογικών καταστάσεων.

Εκεί απαιτείται η κατάλληλη ενημέρωση του γονέα, η λεπτομερής ανάλυση του ρόλου του. Αυτό που τονίζω πάντα, είναι η κατά δύναμη συνεχή παρουσία του γονέα στην εκπαίδευση του παιδιού του. Έτσι πετυχαίνουμε δύο κύριους παράγοντες: την εκπαίδευση του γονέα, καθώς θα βλέπει πώς αντιμετωπίζει ο ειδικός το παιδί, αλλά και τη συστημική προσέγγιση.

Δηλαδή με την παρουσία του γονέα στη θεραπεία, μπορούμε να πετύχουμε γενίκευση των οδηγιών και των στόχων του παιδιού. Αλλιώς παρατηρείται ότι, πράγματα και στόχους που το παιδί επιτυγχάνει με τους θεραπευτές στο γραφείο ή στο ιατρείο, δεν μεταφέρονται στο σπίτι είτε ορθά, είτε αποτελεσματικά.

Δεν πρέπει όμως ο ειδικός να ξεχνάει ότι ο γονέας, δεν μπορεί να είναι ο απόλυτος θεραπευτής αλλά είναι δύο διακριτοί ρόλοι.
Οι στόχοι που δίνουμε στον γονέα, συνήθως είναι πολύ συγκεκριμένοι και αφορούν το στοιχείο του δικού του ρόλου, συμπεριλαμβανομένων όλων των επικαλύψεων.

Δηλαδή περιμένω από τον γονέα να είναι γονέας και από τον ειδικό να είναι ειδικός.

Ο ειδικός, κυρίως στην Ελλάδα, όπου οι εκπαιδευτικές θεραπευτικές ώρες είναι εξαιρετικά μειωμένες σε σχέση με άλλες χώρες, οφείλει να ωθεί το παιδί να καταχτά νέα αναπτυξιακά ορόσημα και να αντιμετωπίζει τις αναπτυξιακές δυσκολίες, επεκτείνοντας τη θεραπεία με γενίκευση από τους γονείς, ούτως ώστε να κερδίζουμε θεραπευτικές ώρες και να αυξάνονται με πρακτικό και λειτουργικό τρόπο οι δράσεις και οι στόχοι που επιτυγχάνουν οι θεραπευτές.

Πχ στην εργοθεραπεία δεν έχει καμία αξία αν καταφέρουμε ένα παιδί να περνάει ένα κρίκο κάπου, παρά μόνο αν μετά στο σπίτι καταφέρει να περάσει την πετσέτα στο κρεμαστάρι ή το παλτό στην κρεμάστρα. Πολλές φορές αυτά μπορεί να είναι αυτονόητα για τους θεραπευτές και να ξεχνάμε να αναφέρουμε τη γενίκευση στους γονείς, αλλά δεν θα ‘πρεπε να είναι.

Και η Γενίκευση είναι σημαντικό μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας και απαιτεί τη συνεργασία των γονέων και ο ειδικός έτσι δεν χρειάζεται να αναλώνεται στην ατέλειωτη επανάληψη των ασκήσεων με το παιδί, αλλά να προχωρεί σε νέα κεφάλαια.

Ο οικογενειακός και φιλικός υποστηρικτικός κύκλος των γονέων είναι επίσης απαραίτητος και συνήθως δεν υπάρχει η δυνατότητα, ούτε η χρηματική ούτε και η κοινωνική, απομόνωσης των στοιχείων που μπορεί να ενοχλούν τους γονείς αλλά και που ταυτόχρονα τους βοηθούν.

Ταυτόχρονα, ο ειδικός πρέπει να είναι προσεκτικός, καθώς συχνά παρατηρείται οι γονείς δυστυχώς να επιλέγουν τα στοιχεία της θεραπείας ή εκπαίδευσης που καλούνται να ακολουθήσουν και να μην ακολουθούν ολόκληρη ή χρονικά σύνδρομη, την εκπαίδευση ή θεραπεία που τους έχει υποδειχθεί.

Ο γονέας είναι ατομικά υπεύθυνος για το παιδί του και παρόλο που ο ειδικός υποδεικνύει, δεν μπορεί να αναγκάσει τον γονέα να ακολουθήσει κάτι που ο ίδιος δεν πιστεύει ή δεν θέλει.

Αυτό γίνεται εμφανές σε επανεξετάσεις, όπου με ένα προσεκτικό ιστορικό ή αναφορά στο follow-up, διαφαίνεται ότι δεν έχουν ακολουθηθεί οι οδηγίες. Αυτό επίσης είναι πολιτισμικό στοιχείο της Ελλάδας μας, που δεν παρατηρείται εύκολα σε άλλες κοινωνίες όπως την Αμερικάνικη ή την Γερμανική.

Όταν αντιληφθούν ότι παρέλειψαν οδηγίες που ήταν σημαντικές, μετά υπάρχουν κυρίαρχες οι τύψεις, οι οποίες όμως εμποδίζουν τον γονέα από το αναλάβει αποτελεσματικά τις ευθύνες του απέναντι στο παιδί ή αντίθετα τον κάνουν να γίνει ακόμα πιο συμπληρωματικός, δηλαδή να μην το αφήνει να κάνει τίποτα.

Ως αποτέλεσμα, από προσωπική πείρα, στην Ελλάδα, πολλά παιδιά με αναπτυξιακά προβλήματα καταχτούν αναπτυξιακά ορόσημα όπως πχ την ομιλία, με αργότερους, βραδύτερους ρυθμούς από άλλα παιδάκια σε άλλες κοινωνίες δυτικού τύπου, χωρίς να εξαρτάται από το παιδί αλλά από τους θεραπευτές και κυρίως τους γονείς.

Ο ειδικός οφείλει να δίνει τον ρυθμό της εκπαίδευσης και να επαναπροσδιορίζει τους στόχους σύμφωνα με την εξέλιξη της ανάπτυξης του παιδιού και τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις.

Ο ειδικός, στο τέλος της ημέρας, είναι Σύμβουλος – Consultant και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον γονέα και δεν πρέπει να υποκαταστήσει τον γονέα.

Πολλοί γονείς μπορεί να βρεθούν στον πειρασμό αυτό, όταν νιώθουν ευάλωτοι αλλά οι ειδικοί πρέπει να θυμούνται ότι ΔΕΝ είναι οι ίδιοι, οι γονείς του παιδιού.

Στο ίδιο πρίσμα, όπως έλεγαν οι Καθηγητές μου στην Αμερική, ως ειδικοί, δεν πρέπει να χαϊδεύουμε τα παιδιά και να δείχνουμε υπέρμετρη αγάπη, αλλά να τα αντιμετωπίζουμε με πραγματική, επιστημονικά τεκμηριωμένη φροντίδα αλλά συστημικά, σε συνδυασμό δηλαδή με τους γονείς τους, οι οποίοι είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τα παιδιά τους.

Δεν μπορείς να απομονώσεις ένα γονέα από την επίσκεψη του παιδιού του, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις και ειδικά στην εφηβεία. Πρέπει να είναι παρών, όχι μόνο για να βλέπει τί κάνεις, αλλά για να μπορεί να αντιληφθεί ο γονέας, την ανάπτυξη του παιδιού του και τί αντιλήφθηκε ο ειδικός και έβγαλε το πόρισμα και τις οδηγίες.

Οι ειδικοί πολλές φορές ξεχνάμε ότι, κάποια πράγματα που είναι προφανή για εμάς, δεν είναι προφανή για τον μέσο πληθυσμό. Είναι κοινό μυστικό μεταξύ των ειδικών, ότι, πολλές φορές λέμε περπατάμε στον δρόμο και αναγνωρίζουμε σύνδρομα και παθολογίες που ούτε τα ίδια τα άτομα δεν γνώριζαν...

Για αυτό πολλές φορές χρειάζεται κι ο γονέας να ρωτάει εξίσου και ο ειδικός να επεξηγεί, τα αποτελέσματα της εξέτασης, καθώς οι αναφορές μπορεί να περιορίζονται συνήθως σε δύο τρεις γραμμές. Οι επεξηγήσεις πρέπει να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες και βασισμένες στις νέες επιστημονικές εξελίξεις αλλά και στην πείρα του αξιολογητή.

Συμβουλεύω συχνά τους γονείς να κρατούν γραπτές σημειώσεις ή να βιντεογραφούν την επίσκεψη (και να κρατάνε οι ίδιοι το αρχείο) και να γράφουν από πριν τις ερωτήσεις τους ή να τις στέλλουν με email, για να είναι σίγουροι ότι θα έχουν καλύψει σχεδόν όλες τουλάχιστον τις απορίες τους.

Όπως επίσης και να έχουν ένα οργανωμένο φάκελο με τις εξετάσεις που μπορεί να έχει κάνει το παιδί τους ήδη.

Ο ειδικός πρέπει να είναι τόσο κοντά όσο και μακριά από το παιδί, ώστε να διατηρεί την αντικειμενικότητά του, για τις δυνατότητες του παιδιού αλλά και για την πρόοδό του.

Δεν εξηγούνται όλα με την επιστημονική θεώρηση και πολλές φορές, βλέπουμε γονείς που ανησυχούν χωρίς να υπάρχει κάποιο σύμπτωμα, τουλάχιστον προφανές σε εμάς τους ειδικούς, με την πρώτη ματιά.

Στην πορεία αυτά τα παιδιά, που οι γονείς τους ανησυχούν, πράγματι μπορεί να αναπτύξουν κάποιο θέμα, για το οποίο δεν είχαμε σαφή επιστημονικά κριτήρια ταξινόμησης. Αυτό σημαίνει ότι, όταν μία
μητέρα μιλάει, πρέπει να την ακούμε.

Κάποτε όμως μπορεί οι γονείς να ανησυχούν υπερβολικά, χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος. Τουλάχιστον όχι εμφανής και πάλι. Γιατί δεν παύει ο λόγος ανησυχίας να είναι πραγματικός για την ψυχολογία των γονέων. Ο ειδικός, δεν πρέπει να είναι γρήγορος στο να απορρίψει το αίτημα, τον λόγο για την επίσκεψη του γονέα.

Ο γονιός, του οποίου δεν θα λάβουμε σοβαρά υπόψη την αιτία που επικαλείται για την επίσκεψη, θα απογοητευτεί, πιθανόν να ακυρώσει τον επιστήμονα και θα νιώσει ότι είναι ακόμα ένα άτομο που δεν τον πιστεύει, που δεν τον καταλαβαίνει.

Τότε ο γονιός θα αναγκαστεί να απευθυνθεί σε άλλον, οδηγώντας σε ένα ανελέητο πολλές φορές, σχεδόν ψυχαναγκαστικό doctor shopping, όπως λένε στην Αμερική, δηλαδή την συνεχή αναζήτηση του ειδικού που θα του επιβεβαιώσει τους φόβους του συνήθως ή θα τους ξεδιαλύνει με αντικειμενικό τρόπο, αποκαθιστώντας την ψυχική του ηρεμία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο προηγούμενος συνάδελφος είχε σίγουρα άδικο.Μπορεί ο γονέας να μην ήταν έτοιμος να ακούσει ακόμα τί έχει το παιδί. Μπορεί να μην υπήρχε ο απαιτούμενος χρόνος να εξηγήσει με μια πιο ευαισθητοποιημένη προσέγγιση, την ψυχολογία του γονέα.

Αν ο χρόνος και η εξέλιξη του παιδιού το επιτρέπουν, σύμφωνα πάντα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, μπορούμε σταδιακά να βοηθήσουμε και οφείλουμε να συμπαρασταθούμε ως ειδικοί στον γονέα που περνάει το στάδιο του πένθους και της θλίψης για την αρχόμενη συνειδητοποίηση της κατάστασης του παιδιού του.

Κάποιες όμως φορές, δυστυχώς, η πολυτέλεια αυτή του χρόνου δεν υπάρχει. Μπορεί να χρειάζεται ο γονέας να έχει την ψυχραιμία και τη συνείδηση της κατάστασης για να δράσει γρήγορα, να βοηθήσει το παιδί του, αν όχι παραμερίζοντας τον εαυτό του, αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα της κατάστασης, να αρχίσει την θεραπευτική, εκπαιδευτική διαδικασία άμεσα.

Ο ειδικός, οφείλει να δώσει το στίγμα του, να δηλώσει κατά δύναμη παρόν. Κι ο γονιός, έχει δικαίωμα να λιποψυχήσει και να δειλιάσει γιατί είναι άνθρωπος. Και να κλάψει. Αλλά χρειάζεται να προχωρήσει. Και πάλι σε τέτοιες περιπτώσεις η παραπομπή εφόσον ενδείκνυεται, για ψυχολογική υποστήριξη, είναι πολύτιμη.

Καλό θα ήταν στην Ελλάδα να μην φοβόμαστε την λέξη ψυχοθεραπεία, εφόσον αυτή χρειάζεται. Κάποιες φορές, (οι έρευνες αναφέρουν ότι ανέρχεται στο 34% των γενικών παιδιατρικών επισκέψεων), ο πραγματικός λόγος της επίσκεψης είναι κεκαλυμμένος, είναι κρυμμένος.

Μπορεί να μην πάσχει το παιδί, αλλά να πάσχει η οικογένεια. Το ζευγάρι πχ να έχει χωρίσει ή να είναι στα πρόθυρα του διαζυγίου και να είναι οι καρέκλες τους τόσο απομακρυσμένες και οι ίδιοι να μην συμφωνούν σε τίποτα και το παραμικρό, ασήμαντο θέμα, να είναι αιτία καυγά.

Το παιδί τότε αρχίζει να κλαίει και φωνάζει, γιατί αισθάνεται την ένταση ανάμεσα στους γονείς του και κυρίως την ένταση και τη λύπη της μητέρας του, καθώς είναι συγκύτιο με την μητέρα του, δηλαδή υπάρχει αυτή η υπέροχη, αδιόρατη σύνδεση με τη μητέρα.

Αν διαφανεί τέτοιο αίτημα στην πορεία της εξέτασης, πέραν από αυτό που αφορά το παιδί, τότε ο Ειδικός οφείλει να παραπέμψει ή αν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του να προχωρήσει στη διευρεύνηση, αφού διευκρινήσει το θέμα του παιδιού. Η επίσκεψη μπορεί κάποτε να μην είναι αίτημα των γονέων των ιδίων αλλά κάποιας άλλης ηγετικής, κυρίαρχης μορφής στην οικογένεια. Τέτοια μορφή όπως αναφέραμε και πριν, συνηθέστερα στην Ελλάδα είναι η γιαγιά. Αυτό μπορεί να είναι δικαιολογημένο κιόλας, καθώς η πείρα της γιαγιάς της έχει υποδείξει ότι κάτι δεν πάει καλά με την ανάπτυξη του παιδιού.

Αν συμβαίνει αυτό, ακόμα κι αν η γιαγιά έχει δίκιο, δεν πρέπει να ακυρωθούν οι γονείς αλλά να βοηθηθούν, να αποκτήσουν τις γνώσεις και τη δυνατότητα να παρακολουθούν και να εκπαιδεύουν τα παιδιά τους. Η γιαγιά πρέπει να λάβει τα εύσημα αλλά να μην της δοθεί η ευκαιρία, η επίσκεψη, αν αυτή ήταν μεταξύ άλλων η περίπτωση, να χρησιμοποιηθεί για να αναδείξει-υποδείξει την αδυναμία των γονέων.

Οι παππούδες πρέπει να λειτουργούν υποστηρικτικά κι όχι υπονομευτικά. Δεν είναι όμως μόνο η γιαγιά που δρα ως ηγετική μορφή αλλά πολλές φορές ένας θείος, παππούς, αδερφός κλπ. Η σωστή οικογενειακή ισορροπία, η ψυχοδυναμική της οικογένειας, δεν μπορεί να διαχωριστεί από μία αναπτυξιακή επίσκεψη, όπου το παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος ενός συνόλου κι όχι να διαχωρίζεται από αυτό.

Πολλές φορές μπορεί ένας από τους δύο γονείς να μην επιθυμούσε την επίσκεψη. Μπορεί να είναι γιατί πράγματι έχει δίκιο και δεν υπήρχε λόγος ή γιατί μπορεί να φοβάται το τί θα μπορεί να βρει ο ειδικός στο παιδί του ή να θεωρεί τον άλλο γονέα υπερβολικό.

Ή μπορεί γιατί δεν έχει πλήρη εικόνα του παιδιού. Συνήθως στην Ελλάδα αυτό συμβαίνει με μητέρες που ανησυχούν και πατέρες που ίσως να πιστεύουν ότι το παιδί τους δεν έχει τίποτα. Η θέση ενός ειδικού εδώ είναι λεπτή και δεν πρέπει να επιτρέψει, ότι και αν έχει ή δεν έχει το παιδί, η επίσκεψή τους, να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης από τον ένα γονέα προς τον άλλο.

Η επίσκεψη πρέπει να επιστημονικά τεκμηριωμένη πάντα, ούτως ώστε να ικανοποιεί τον γονέα για την οποιαδήποτε χρονική στιγμή και αιτία την επιλέγει. Πολλές φορές παρατήρησα ότι οι μητέρες μπορεί να ανησυχούνε ακόμα και ‘αντισταθμιστικά’, δηλαδή όσο δεν ανησυχεί ο πατέρας, τόσο μπορεί να ανησυχούν εκείνες περισσότερο, επωμιζόμενες το βάρος της πιθανής παθολογίας του παιδιού τους.

Αυτό ενέχει και έντονο το ελληνικό πολιτισμικό στοιχείο, όπου οι ρόλοι στην οικογένεια ήταν και είναι αρκετά ακόμα διακριτοί. Αυτό είναι εμφανές ακόμα και στις μαθησιακές δυσκολίες. Εδώ ο κύριος όγκος δουλειάς με τα παιδιά, πέφτει συνήθως αλλά όχι πάντα, στη μητέρα.

Κατά συνέπεια, αυτή θεωρείται και υπεύθυνη για την όποια αποτυχία του παιδιού μαθησιακά και εκείνη ανησυχεί περισσότερο. Ο πατέρας που πολλές φορές δεν αναμειγνύεται μαθησιακά με τα παιδιά, δεν μπορεί να αντιληφθεί πλήρως τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν.

Αν τίθεται τέτοιο θέμα, η μητέρα και ο ειδικός, οφείλουν να ωθήσουν και να συμβουλεύσουν τον πατέρα να είναι ενεργός και κοινωνός των θεμάτων των παιδιών του. Αυτό πρέπει να γίνει με τρόπο ευχάριστο τόσο για το παιδί όσο και για τον πατέρα, αλλιώς κι οι δυό θα νιώθουν ότι κάνουν αγγαρεία...

Μπορεί να μοιραστούν άρα κοινά ενδιαφέροντα με τον πατέρα ή θέματα στα οποία ο πατέρας έχει ιδιαίτερες ικανότητες ή αναμνήσεις. Και το σημαντικότερο είναι ότι ο πατέρας δεν πρέπει να ευνουχίζεται. Θα κάνει λάθη στις πρώτες του προσπάθειες να βοηθήσει. Μπορεί να μην τα καταφέρει τόσο καλά όσο η έμπειρη μητέρα ή γιαγιά. Δώστε του τον χρόνο, τη διάθεση, επιβραβεύστε τον και μην τον αποπάρετε, για να μην έχετε παράπονο μετά ότι δεν βοηθάει. Γιατί με το δίκιο του θα σας πει: ‘Εγώ προσπάθησα αλλά ότι και να κάνω, το βρίσκεις λάθος. Οπότε γιατί να συνεχίσω, αφού τίποτα δεν σε ευχαριστεί.’ Και θα σας αφήσει άναυδες. Και δεν θα πρέπει να έχετε παράπονο όταν δεν καταλαβαίνει τί έχει το παιδί...

Άλλες φορές οι κεκαλυμμένοι λόγοι μπορεί να είναι για δραστικές αλλαγές στη ζωή της οικογένειας και το πώς πιθανόν να επηρεάσουν το παιδί, όπως πχ ο θάνατος ενός συγγενή ή η ασθένεια ενός γονέα. Ένα διαζύγιο ή γενικότερα η απουσία ενός γονέα πχ ναυτικού. Μία μετακόμιση ή μετανάστευση. Μπορεί όμως να φέρνουν το παιδί γιατί φοβούνται κάτι πολύ άσχημο αλλά δεν τολμούν να το πουν. Οπότε μπορεί να αναφέρουν ότι προσέρχονται για έλεγχο, πχ γιατί το παιδί δεν μιλάει ακόμα (σύμφωνα με όσα αναφέρουν στο τηλέφωνο για το ραντεβού το οποίο ζητάνε), ενώ στην πραγματικότητα ζητάνε αναπτυξιακή εκτίμηση αν το παιδί μπορεί να έχει διάχυτη αναπτυξιακή εκτίμηση.

Δηλαδή να προβάλλεται άλλος, πιο ήπιος λόγος, από την πραγματική αιτία ανησυχίας των γονέων. Αυτό πρέπει να το σεβαστούμε ως ειδικοί. Γι’αυτό η Νευροαναπτυξιακή εκτίμηση πρέπει να είναι πάντα Σφαιρική, δηλαδή να καλύπτει όλους τους τομείς της ανάπτυξης, ακόμα και αν αυτοί δεν περιλαμβάνονται υποχρεωτικά στο αρχικό αίτημα των γονέων. Τη σημερινή εποχή με το διαδίκτυο είναι εύκολο με μία μηχανή αναζήτησης, απλά πληκτρολογώντας τα συμπτώματα του παιδιού, να βγάλεις κάποιο μη-επιστημονικά τεκμηριωμένο συμπέρασμα, για το τί θα μπορούσε να έχει το παιδί σου και να ανησυχείς, πολλές φορές άδικα, αναζητώντας μετά κάποιον ειδικό για να ξεδιαλύνει την πραγματικότητα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανάπτυξη του παιδιού, δεν είναι μία ευθεία γραμμή, δεν είναι ίδια για όλα τα παιδιά κι ότι τα παιδιά δεν είναι μικροί ενήλικες, αλλά ολοκληρωμένες για το χρονικό τους σημείο οντότητες και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Καλό θα ήταν οι γονείς να αναφέρουν εκ των προτέρων τους λόγους ανησυχίας τους και να μην φοβούνται να ρωτήσουν τους ειδικούς, αλλά και οι ειδικοί να έχουν την ευαισθησία να αναλύουν και να ξεδιαλύνουν όλες τις πιθανές απορίες που μπορεί να έχουν οι γονείς.

Στη σημερινή πολυπολιτισμική κοινωνία, πρέπει να είμαστε ευαισθητοποιημένοι στις πολιτιστικές και κοινωνικές διαφορές και επιρροές που παρατηρούνται. Ο ειδικός, πρέπει να γνωρίζει, τις διαφορές στην ανάπτυξη ανάμεσα στις φυλές, την πολυγλωσσία και τις διαφορές στη διγλωσσία αλλά και στη θρησκεία και στο σεξουαλικό προσανατολισμό.Σε όλα τα θέματα, πρέπει να υπάρχει η αντίστοιχη γνώση αλλά και σεβασμός. Όλα επηρεάζουν τόσο το παιδί αλλά και τη συμμόρφωση των γονέων προς τις οδηγίες. Τέτοιο πολιτισμικό στοιχείο στην Ελλάδα είναι και το γεγονός ότι οι γονείς και οι παππούδες, ο οικογενειακός υποστηρικτικός κύκλος, πολλές φορές συμπληρώνει τα παιδιά, τα προλαβαίνει, πριν έχουν αυτά τη δυνατότητα να κάνουν κάτι, πχ να φάνε μόνα τους, να πιούν, να πάνε στην τουαλέτα, στο διάβασμα κλπ.

Μετά το ίδιο πολιτισμικό στοιχείο, ο συμπληρωματικός ρόλος των γονέων κυρίως, τα θέλει ως δια μαγείας να ανεξαρτηκοποιηθούν και να ξυπνήσουν μια μέρα, να είναι αυτόνομα άτομα και οι γονείς να αισθάνονται ασφαλείς. Με αυτό υπόψη μας, πρέπει να ζυγίζουμε τις ικανότητες και την εξάσκηση των ικανοτήτων που ενδέχεται να επιτρέψει κάθε οικογένεια στο παιδί της,
τυπικής ανάπτυξης ή μη.

Ο γονέας πρέπει να αισθάνεται ελεύθερος να ρωτήσει θέματα που πριν λίγο καιρό ήταν ταμπού στην κοινωνία μας και που τον αφορούν όπως αφορούν και την ανάπτυξη του παιδιού τους. Ας μην ξεχνάμε ότι και το διαζύγιο και οι μονογονεϊκές ή οι μεικτές οικογένειες, ήταν θέματα ταμπού μέχρι πρόσφατα και στην Ελλάδα μας.

Τα θέματα αυτά θα γίνουν πιο έντονα και προφανή τα ερχόμενα χρόνια και δεν πρέπει να κρυβομάστε πίσω από το δάκτυλό μας, αλλά να βοηθήσουμε στην ομαλή προσαρμογή των παιδιών. Τέλος, η ηθική των γονέων είναι ένα στοιχείο το οποίο πρέπει να γίνεται σεβαστό, ανεξάρτητα από τις προσωπικές πεποιθήσεις οποιουδήποτε ειδικού. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι ότι αν ο ειδικός πιστεύει για οποιονδήποτε λόγο ότι δεν μπορεί να βοηθήσει το παιδί, για προσωπικό ή επιστημονικό λόγο, τότε οφείλει να αποδεσμεύσει και να παραπέμψει. Είναι αυτό που λέμε αν υπάρχει η ‘χημεία’.

Αν δεν υπάρχει ή υπάρχει ένταση, τότε πρέπει να σκεφτούμε για κάποια αλλαγή. Πολλές φορές επίσης, οι θεραπευτές σε αναπτυξιακά θέματα που απαιτούν μακρόχρονη εκπαίδευση και στενή σχέση με την οικογένεια, αναπτύσσουν δύσκολες σχέσεις και κάποτε και τα αποτελέσματα με τα παιδιά, φαίνεται να κάνουν ‘κοιλιά’. Εκεί πρέπει να σκεφτούμε το καλό για το παιδί και να παραπέμψουμε σε κάποιο άλλο συνάδελφο. Δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να αναπτύσσεται αρνητισμός από κανένα, καθώς όλοι ειδικοί και γονείς αντιμετωπίζουμε καθημερινά δύσκολες καταστάσεις.

Η ψυχολογία της Αναπτυξιακής επίσκεψης αλλά και θεραπείας, είναι συγκερασμός πολλών συνισταμένων.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ είναι να θυμόμαστε ως ειδικοί ότι: Ο ειδικός αλλά και ο γονέας οφείλουν να ξέρουν τις δυνατότητες αλλά και τους περιορισμούς τους.

Κανένας από τους δύο δεν είναι Θεός ή παντοδύναμος ούτε παντογνώστης. Η καλή θέληση πάντα υπάρχει και από τις δύο μεριές. Ο ειδικός δεν παύει να είναι άνθρωπος επίσης, με ανθρώπινες αντοχές. Απαιτείται αμοιβαίος σεβασμός. Δεν μπορούν όλοι να ταιριάζουν. Οι γονείς στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, θέλουν το καλό των παιδιών τους. Απαιτείται να γνωρίζουμε καλά το τυπικό, το ‘φυσιολογικό’ παιδί, για να μπορούμε να διαχειριστούμε ως ειδικοί οτιδήποτε διαφοροποιείται από τον μέσο όρο.

Τα περισσότερα παιδιά που θα δούμε, θα είναι κυρίως τυπικής ανάπτυξης, με μερικώς μόνο ελλείμματα. Η ανάπτυξη δεν είναι ευθεία γραμμή και δεν είναι πάντα όλοι οι τομείς της στο ίδιο επίπεδο χρονικά σε ένα παιδί.
Ότι οι γονείς χρειάζονται απαντήσεις στα ερωτήματά τους και ενδεχόμενες λύσεις.

Καλό είναι να περιορίζουμε την ιατρική ορολογία στα απολύτως απαραίτητα, ούτως ώστε να γινόμαστε κατανοητοί. Όσο καλύτερα γνωρίζεις το αντικείμενό σου, τόσο πιο απλά μπορείς μιλήσεις γι’ αυτό. Απαιτείται να ακούμε τους γονείς, να δείχνουμε γνήσιο ενδιαφέρον στα αιτήματά τους και στο άγχος τους αλλά να γνωρίζουμε τους δικούς μας περιορισμούς και δυνατότητες.

Ας θυμόμαστε ότι οι γονείς περνάνε 24 ώρες με τα παιδιά τους και εμείς 1-2 ώρες μόνο σε μία επίσκεψη. Ας τους ακούσουμε.  Συνήθως οι συμπεριφορές των παιδιών, όσο παράξενες και να είναι, έχουν κάποια εξήγηση. Να μην ξεχνάμε ότι ο ασθενής μας είναι το παιδί και ο γονιός.