Στο συγκεκριμένο άρθρο θα αναφερθούμε στη βαρηκοΐα η οποία παρουσιάζεται προγλωσσικά, δηλαδή πριν την εκμάθηση του λόγου στο παιδί, δηλαδή είτε κατά τη γέννησή του είτε στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Οι αιτίες δεν θα μας απασχολήσουν.

Θα σταθούμε στην εκπαιδευτική παρέμβαση όσον αφορά στο λόγο.

Λέγοντας βαρηκοΐα εννοούμε τη δυσκολία κάποιου να ακούσει ήχους που η έντασή τους φτάνει μέχρι 20dB. To dB είναι η μονάδα μέτρησης της έντασης του ήχου. Η φυσιολογική ακοή είναι εκείνη που μπορεί να συλλάβει ήχους μέχρι τα 20 dB ισχυρούς.

Εάν δεν είναι αυτό δυνατό, τότε αρχίζουμε να μιλάμε για διάφορους βαθμούς βαρηκοΐας, ανάλογα με τα dB που μπορεί να ακούσει κάποιος. Έτσι, η βαρηκοΐα μπορεί να είναι μέτριου, μεγάλου ή πολύ μεγάλου βαθμού και να φτάνει μέχρι την πρακτική κώφωση.

Αυτό συμβαίνει, όταν οι συχνότητες που μπορεί κάποιος να ακούσει είναι σε ένταση τόσο μεγάλη, ιδιαίτερα στις συχνότητες αυτές που προσδιορίζουν την ομιλία, που, ουσιαστικά, πρακτικά δεν μπορεί να ακούσει.

Ένα αυτί ακούει διάφορες συχνότητες. Οι ήχοι γύρω μας προσδιορίζονται από διαφορετικές συχνότητες. Άλλη είναι η συχνότητα του νιαουρίσματος της γάτας και άλλη του γαυγίσματος του σκύλου, άλλη είναι η συχνότητά του [α] και άλλη του [σ].

Η ομιλία καλύπτει συχνότητες περίπου από τα 500 μέχρι τα 2500 Ηz περίπου.

Η συχνότητα μετράται σε Hz. Ένα αυτί κάποιες συχνότητες να τις ακούει χειρότερα και άλλες καλύτερα.

Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει δύο αυτιά με εντελώς διαφορετική συμπεριφορά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για το τί τελικά ακούει.

Η βαρηκοΐα διακρίνεται σε βαρηκοΐα αγωγιμότητας, όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα του ήχου στο μέσο αυτί (τύμπανο ή οστάρια) ή σε νευροαισθητήρια, όταν υπάρχει πρόβλημα στο έσω αυτί (κοιλιά) ή στο ακουστικό νεύρο.

Επίσης η βαρηκοΐα μπορεί να είναι μικτή.

Η ταυτότητα της βαρηκοΐας και ο ακριβής προσδιορισμός της είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην αντιμετώπισή τους.

Εγχειρητικά το πρόβλημα αντιμετωπίζεται μόνο αν είναι στο μέσο αυτί.

Αν αφορά στον κοχλία ή στο ακουστικό νεύρο, τα τελευταία χρόνια μπορούμε να μιλάμε για την κοχλιακή εμφύτευση που πάλι ενδείκνυται σε ορισμένο αριθμό περιπτώσεων.

Κάποιος που φορά ακουστικό, βεβαίως ακούει καλύτερα, δυνατότερα, όμως συχνά, όχι καθαρότερα. Το ακουστικό αποτελεί μεγάλο βοήθημα δεν είναι όμως πανάκεια.

Για να έρθουμε στην εκπαιδευτική παρέμβαση, πρέπει να τονίσουμε ότι ένα παιδί που δεν ακούει πριν ακόμη μάθει να μιλά, αυτό σημαίνει μια εντελώς ιδιαίτερη πορεία στη ζωή του.

Ευτυχώς σήμερα, ο όρος ‘κωφάλαλος’ δεν χρησιμοποιείται πια ευρέως, διότι δεν δηλώνει τίποτε. Ένα παιδί που δεν ακούει, εφόσον διαγνωστεί έγκαιρα και φορέσει ακουστικά, ή προβεί σε εγκατάσταση κοχλιακού εμφυτεύματος, μπορεί εφόσον λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση, να μιλήσει.

Η ομιλία του παιδιού είναι εν πολλοίς καθρέπτης του βαθμού και του είδους της βαρηκοΐας του, του χρόνου που διαγνώστηκε το πρόβλημα, του πότε και πόσο συνετά φόρεσε τα σωστά ακουστικά, (ή το καλά ρυθμισμένο κοχλιακό εμφύτευμα) της εκπαίδευσης που έλαβε.

Το βαρήκοο παιδί μπορεί να διαγνωσθεί τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής του, να εξεταστεί κατάλληλα και αμέσως να του τοποθετηθούν τα απαιτούμενα ακουστικά, τα οποία πρέπει να φορά συνέχεια, και των οποίων η εύρυθμη λειτουργία είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Το παιδί μπορεί να ξεκινήσει λογοθεραπεία από τα δύο του χρόνια.

Αμέσως όμως μετά τη διάγνωση της βαρηκοΐας οι γονείς πρέπει να έρχονται

σε επαφή με λογοθεραπευτή για να λαμβάνουν οδηγίες για το πώς να εδραιώνουν επικοινωνιακή-μαθησιακή πρόθεση και συνήθειες στην καθημερινότητά τους με το παιδί.

Η γονεϊκή ενημέρωση και συμμετοχή στην εκπαίδευση του παιδιού από τη διάγνωση του προβλήματος, αμέσως, είναι το Α και το Ω.

Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν τί ερεθίσματα και πώς μπορεί και πρέπει να τα λαμβάνει το παιδί. Το βαρήκοο μικρό, πρέπει να μπει στην εκπαιδευτική διαδικασία έγκαιρα, με πειθαρχεία και σύστημα.

Ο στόχος είναι να αξιοποιηθεί στο έπακρο η εναπομένουσα ακοή και να οξυνθούν οι άλλες αισθήσεις έτσι ώστε το παιδί να μπορεί να ‘ακούσει’ με τη βοήθεια τους.

Το παιδί θα μάθει:

  • Τον προσανατολισμό στην ηχητική πηγή,
  • Την αξιολόγηση του ηχητικού ερεθίσματος και τη διάκριση διαφορετικών ήχων,
  • Την εισαγωγή στο φθογγολογικό σύστημα της γλώσσας του, τόσο για την ακουστική γνώση του όσο και για την παραγωγή του,
  • Τη δημιουργία συλλαβής και αλληλουχίας συλλαβών,
  • Τη γνώση του λεξιλογίου και των εννοιών, ιδιαίτερα αυτών που χαρακτηρίζουν τόπο, χρόνο και τρόπο,
  • Τη δημιουργία και κατανόηση φράσης και πρότασης,
  • Το γραπτό λόγο ως αποτύπωση σκέψεων,
  • Καθ’ όλη τη διάρκεια της αγωγής, τη γνώση σωστής χρήσης των αρθρωτικών οργάνων με βάση το πώς τα νοιώθει το παιδί να κινούνται, μια και ποτέ δεν θα ακούσει πλήρως τί παράγουν (έτσι ώστε να αποφύγει υπερβολικές ή ελλειμματικές κινήσεις τους),
  • Τη χειλανάγνωση,
  • Τη χρήση του λόγου μέσα σε πλαίσια κοινωνικά με την απαιτούμενη πραγματολογία (κανόνες επικοινωνίας, π.χ. βλεμματική επαφή, χειρονομίες),
  • Το κοντρολάρισμα-κατάκτηση ορθής συχνότητας και έντασης της φωνής.

Το βαρήκοο παιδί είναι συνήθως ένα εξυπνότατο και ικανότατο παιδί, που όταν του δοθούν οι κατάλληλες εμπειρίες και ευκαιρίες μπορεί να εξελιχθεί και ενταχθεί κανονικά και παραγωγικά στο σχολικό περιβάλλον και το κοινωνικό σύνολο.

Συχνά, τόσο το παιδί όσο και η οικογένειά του χρειάζονται στήριξη ψυχολογική. Ο δρόμος τους είναι επίπονος και συχνά αυτό που περιμένουν είναι λιγότερο ή περισσότερο από ό,τι είναι πράγματι πιθανά αναμενόμενο.

Το παιδί και η οικογένειά του έχουν να αντιμετωπίσουν σχολεία και εργοδότες μη ενημερωμένους και συχνά έτοιμους να τους περιθωριοποιήσουν.

Η τεχνολογία σήμερα παρέχει πλείστες συσκευές για να κάνουν την καθημερινότητά τους πιο εύκολη (ειδικές συσκευές τηλεφώνου, κουδούνια, ξυπνητήρια κ.α.)

Το κοχλιακό εμφύτευμα, που είναι από τα τελευταία ιατρικά επιτεύγματα, μάς κάνει να ελπίζουμε ότι, μελλοντικά θα έχουμε κι άλλα βήματα αποκατάστασης της βαρηκοΐας.

Στο μεταξύ, όπως πρέπει να προσπαθούμε να παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση στα παιδιά ‘χωρίς πρόβλημα’, το ίδιο ισχύει και για τα παιδιά με το πρόβλημα της βαρηκοΐας, στα παιδιά δηλαδή που χαρακτηρίζονται από αυτήν την ιδιαιτερότητα στη μάθηση και στην κοινωνική τους ένταξη.