Τα προγράμματα εμβολιασμών έχουν συμβάλει αποτελεσματικά στη μείωση της επίπτωσης πολλών και σοβαρών νοσημάτων που προκαλούνται από ιούς και βακτήρια, όπως η ιλαρά, η ερυθρά, η παρωτίτιδα, ο κοκκύτης, η διφθερίτιδα καθώς και οι σοβαρές λοιμώξεις από αιμόφιλο της γρίπης και πνευμονιόκοκκο.

O μαζικός εμβολιασμός κατά της ευλογιάς είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνισή της, ενώ η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ) το 1988 έθεσε ως στόχο την πλήρη εξαφάνιση της πολιομυελίτιδας. Από τότε ο αριθμός των κρουσμάτων της νόσου μειώθηκε κατά 99%.

Κατά το 1994 κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας, μέλη της ΠOΥ αύξησαν τις προσπάθειες για την εξαφάνιση της νόσου. Το 2000 κρούσματα πολιομυελίτιδος αναφέρθηκαν μόνο στα 4 από τα 10 κράτη της περιοχής: Bangladesh, India, Nepal, και Myanmar.

Ακόμη, οι ταχέως αυξανόμενες γνώσεις της μικροβιολογίας και της ανοσολογίας, σε συνδυασμό με την πλήρη αναγέννηση της βιοτεχνολογίας, έχουν παραμερίσει ανυπέρβλητα εμπόδια του παρελθόντος και έχουν διευκολύνει στην ανακάλυψη νεότερων εμβολίων για την πρόληψη λοιμώξεων των οποίων η αντιμετώπιση είναι δύσκολη ή και αδύνατη μέχρι στιγμής.

Όλα αυτά έχουν οδηγήσει στην παραγωγή πληθώρας εμβολίων τα περισσότερα από τα οποία πρέπει να εφαρμόζονται μέσα στους πρώτους έξι μήνες ζωής, γεγονός που συνεπάγεται την ανάγκη πολλών ενέσεων σε στενό χρονικό περιθώριο. Σήμερα αναζητούνται τρόποι συνδυασμού των εμβολίων αυτών με τη μορφή πολυδύναμων ή βραδέας απελευθέρωσης, ώστε να αποφεύγονται οι πολλαπλές επαναλήψεις του ίδιου εμβολίου.

Ακόμη, μελετώνται μέθοδοι υποδόριας ή ενδομυϊκής χορήγησης εμβολίων χωρίς βελόνα ή εφαρμογής δερματικών επιθεμάτων εμποτισμένων με τα επιθυμητά αντιγόνα που θα διαπερνούν το δέρμα σε παρατεταμένο χρονικό διάστημα.