Ένα παιδί γίνεται υπέρβαρο, όταν προσλαμβάνει περισσότερη ενέργεια (θερμίδες) από την τροφή του από όση δαπανεί σε δραστηριότητες. Αυτές οι επιπλέον θερμίδες αποθηκεύονται ως λίπος. Αν αυτή η αποθήκευση λίπους είναι υπερβολική, τότε το παιδί γίνεται παχύσαρκο (υπερβολικά υπέρβαρο). Η παχυσαρκία φαίνεται να είναι κληρονομική. Το παιδί με έναν παχύσαρκο γονέα, έχει 40% πιθανότητες να γίνει και αυτό παχύσαρκο, ενώ το παιδί με δύο παχύσαρκους γονείς έχει 80% πιθανότητες να γίνει παχύσαρκο. Αυτό όμως που δεν γνωρίζουμε είναι, αν αυτό συμβαίνει επειδή η αποθήκευση λίπους είναι κληρονομική (δηλαδή επηρεάζεται από τα γονίδια) ή επειδή οι οικογένειες έχουν κοινές συνήθειες διατροφής και σωματικής δραστηριότητας.

Παλαιότερες σχετικές μελέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το θέμα της παχυσαρκίας στα παιδιά έδειξαν, ότι αρχικά ένα απλό μέτρο είναι η κινητοποίησή τους να ασκηθούν μέσω της δημιουργίας ενός περιβάλλοντος με αρκετό πράσινο, αθλητικές εγκαταστάσεις και παιδότοπους. Ταυτόχρονα οι γονείς πρέπει να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους κοιμούνται επαρκώς κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι τρέφονται υγιεινά.

Είναι ισχυρή η συσχέτιση μεταξύ της διάρκειας του ύπνου και του κινδύνου ανάπτυξης υπέρβαρου και παχυσαρκίας. Συνεπώς, η εξασφάλιση ότι τα παιδιά κοιμούνται επαρκείς ώρες, μπορεί να είναι μία στρατηγική στην πάλη ενάντια στην παιδική παχυσαρκία και η μείωση παράλληλα του χρόνου της τηλεόρασης ή του υπολογιστή, φαίνεται ένας προφανής στόχος.

Τα παιδιά που ασκούνται περισσότερο (αθλήματα ή περπάτημα/ ποδήλατο προς το σχολείο) και εκείνα που περνάνε λιγότερο από 14 ώρες εβδομαδιαίως στην ενασχόληση με την οθόνη (τηλεόραση, DVD, υπολογιστής), είναι λιγότερο πιθανό να είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα.

Είναι πια ξεκάθαρο ότι χρειάζεται να κινητοποιήσουμε τα παιδιά να είναι περισσότερο σωματικά δραστήρια. Εάν θέλουμε να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να είναι σωματικά δραστήρια, θα πρέπει να τους παρέχουμε ένα περιβάλλον που θα τα διευκολύνει προς αυτήν την κατεύθυνση.

Παράλληλα με τον ύπνο και τη σωματική δραστηριότητα, το υπόβαθρο της οικογένειας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ανάπτυξη του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας στα παιδιά. Παιδιά με τουλάχιστον έναν υπέρβαρο ή παχύσαρκο γονέα ήταν πιο πιθανό να είναι τα ίδια υπέρβαρα ή παχύσαρκα.

Η διάγνωση της παχυσαρκίας δεν είναι εύκολη στην παιδική ηλικία. Το παιδί συνεχώς μεγαλώνει, για αυτό οι θερμιδικές του ανάγκες δεν είναι οι ίδιες με αυτές του ενήλικα. Το σωματικό βάρος από μόνο του δεν μπορεί να αποτελέσει διάγνωση παχυσαρκίας.

Το βάρος πρέπει να συνδυαστεί με το ύψος και τα δύο αυτά μέτρα είναι πάντα σε συνάρτηση με την ηλικία. Το ποσοστό λίπους στο σώμα είναι και αυτό ανάλογο με την ηλικία του παιδιού. Για αυτό η διάγνωση παιδικής παχυσαρκίας πρέπει να γίνεται από έναν ειδικό. Πολύ συχνά το τί θεωρούν οι γονείς παχυσαρκία, είναι μία πολύ φυσιολογική για την ηλικία του παιδιού κοιλίτσα!