Η εφηβική ηλικία είναι μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από γρήγορη σωματική αύξηση και ραγδαίες βιοσωματικές αλλαγές, έντονη συναισθηματικότητα και ετερόφυλο ενδιαφέρον, αφηρημένη σκέψη και ιδεαλισμό, προσωπικές αξίες και κρίση ταυτότητας. Αλλαγές υφίστανται σε όλους τους τομείς, βιοσωματικό, νοητικό τομέα, συναισθηματικό και κοινωνικό. Όσον αφορά τον κοινωνικό τομέα, η τάση για ανεξαρτητοποίηση από την οικογένεια και για συμμόρφωση προς την ομάδα των ομηλίκων φθάνει στο αποκορύφωμά της. Ο έφηβος νιώθει έντονη την επιθυμία να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς γεγονός το οποίο γίνεται αιτία συχνών προστριβών έως και διακοπής της επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιού. Παράλληλα, η επιθυμία του εφήβου ατόμου για κοινωνική αποδοχή οδηγεί στην τυφλή πολλές φορές συμμόρφωση και υποταγή στην ομάδα των συνομηλίκων. Οι ομάδες αυτές αποτελούν ένα είδος «κλειστής κοινωνίας» με δικό τους κώδικα επικοινωνίας και με εξειδικευμένες μορφές συμπεριφοράς για τα μέλη. 

Η επιθετικότητα : Ο όρος ‘επιθετικότητα’ χρησιμοποιείται είτε ως ορισμός του δυναμισμού και της ενέργειας της ζωής με την οποία ένα άτομο πληροί τις ανάγκες του είτε ως έκφραση μιας βίαιης και εχθρικής συμπεριφοράς (Χηνάς & Χρυσαφίδης, 2000). Η επιθετικότητα εμφανίζεται με πολλές και διαφορετικές μορφές, και περιλαμβάνει οποιαδήποτε επιθετική αντίδραση, άμεση ή έμμεση, ενεργητική ή παθητική, λεκτική ή κινητική. Μπορεί να αποτελεί αντίδραση σε μια απειλή, υπαρκτή, φαινομενική ή φανταστική, η οποία έχει άμεση σχέση με την μείωση της προσωπικής εξουσίας του ατόμου και τον περιορισμό των ορίων του Εγώ του (Χατζηχρήστου, 1992). Η επιθετικότητα μπορεί να είναι άμεση σωματική (χτυπήματα, κλωτσιές, σπρωξίματα κτλ.), έμμεση (ενοχλητικά πειράγματα, ψευτοπαλικαρισμοί), λεκτική (ύβρεις, πειράγματα, προσβολές, αισχρολογίες χλευασμοί) ή έκφραση θυμού (ευερεθιστότητα, ξεσπάσματα οργής). Ο τρόπος εκδήλωσης της επιθετικότητας εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού.

Κατά το 2 ½ έως το 4ο έτος της ηλικίας περίπου το παιδί εκφράζει μια έμμεση επιθετικότητα με εκδηλώσεις πείσματος, άρνηση φαγητού ή ύπνου, μη τήρηση κάποιων κανόνων, δευτεροπαθή ενούρηση κτλ. Τα παιδιά στη σχολική και εφηβική ηλικία εκδηλώνουν την επιθετικότητά τους άμεσα (π.χ. με καυγάδες, βασανισμό μικρότερων παιδιών ή και ζώων, διάφορες παραπτωματικές πράξεις εφήβων) και έμμεσα (π.χ. με χρόνια αντίθεση, ψευδολογία, ειρωνεία, κυνισμό) (Κλεισαρχάκη, Φουκάκη & Χαραλάμπους, 2007). Η επιθετικότητα κατά την εφηβική ηλικία εμφανίζεται ως συνέχεια της αφαιρετικής διεργασίας η οποία εκφράζεται κατά τη βρεφική ηλικία μέσα από τη διαδικασίας της άρνησης. Ως αποτέλεσμα του επιπέδου της γνωστικής ανάπτυξης και της ωρίμανσης της εφηβικής περιόδου ο έφηβος αισθάνεται ότι πρέπει να βρεθεί απέναντι στους άλλους, με σκοπό να ορίσει με σαφήνεια τα προσωπικά του όρια, και όταν η λεκτική συμβολική επίθεση δεν επαρκεί τότε βλέπουμε την επιθετικότητά του να εκφράζεται και με πράξεις. Η εφηβική περίοδος θεωρείται περίοδος κρίσης στην ζωή του ατόμου και εξετάζεται πολύ συχνά σε σχέση με τη βία και την παραβατικότητα (Κλεισαρχάκη, Φουκάκη & Χαραλάμπους, 2007).

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας, η αμοιβαιότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις χαρακτηρίζει το επίπεδο ηθικής εξέλιξης του εφήβου. Ο ηθικός και κοινωνικός του κώδικας όμως χαρακτηρίζεται από εγωκεντρικότητα και επιλέγει την παραβατική συμπεριφορά που ενδέχεται να του αποφέρει το μεγαλύτερο όφελος, ακόμη και αν υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο τιμωρίας της πράξης του, το οποίο συνήθως επιλέγει να αγνοήσει (Ντουέ, 1992). Οι έντονες συναισθηματικές διεργασίες που βιώνει ο έφηβος σηματοδοτούν το πέρασμα από την παιδική στην εφηβική ηλικία. Αυτό που κυριαρχεί είναι η έντονη αμφιθυμία προς τους γονείς, καθώς απορρίπτει το γονεϊκό περιβάλλον ανησυχώντας την ίδια στιγμή μήπως στερηθεί τη φροντίδα του. Αυτή η αμφιθυμία εκφράζεται με εναντιωματική παρορμητική συμπεριφορά η οποία εκκινά με λεκτική επιθετικότητα στην οποία σταδιακά προστίθεται απόρριψη και εχθρότητα προς όλους. Συχνά μπορεί σε συνάρτηση με τα προηγούμενα να αναδυθεί και μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά η οποία πηγάζει από την εσωτερική ψευδαίσθηση παντοδυναμίας που χαρακτηρίζει τους εφήβους (Τζουμάκα-Μπάκουλα, 2005).

Η ομάδα των συνομηλίκων: Οι συνομήλικοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ομαλή ανάπτυξη των εφήβων. Εκτός από την ικανοποίηση που δίνει το αίσθημα του ανήκειν, πολλές έρευνες καταδεικνύουν ότι η ποιότητα των σχέσεων με τους συνομηλίκους στην εφηβεία αποτελεί σημαντικό δείκτη για την επιτυχή προσαρμογή στη μετέπειτα ενήλικη ζωή. Οι κακής ποιότητας σχέσεις με τους συνομηλίκους συσχετίζονται με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων στην ενήλικη ζωή, προβλήματα συμπεριφοράς, επαγγελματικά προβλήματα, σεξουαλικά, συντροφικά κτλ. Οι σχέσεις με τους συνομηλίκους συνεισφέρουν μοναδικά στην ανάπτυξη του ατόμου καθώς επηρεάζουν την ικανότητα του εφήβου να σχετίζεται με άλλους, την ανάπτυξη του κοινωνικού ελέγχου και την απόκτηση κοινωνικών αξιών (Γιαννίτσας, 2006). Στην ανάπτυξη του εφήβου ατόμου επίσης σημαντική επίδραση ασκεί η φιλία. Οι στενοί φίλοι βοηθούν ο ένας τον άλλο να απαλλαγεί από ανεπιθύμητες συμπεριφορές, να αναπτύξει νέες προτιμήσεις, κοινωνικές δεξιότητες και αποτελεσματική έκφραση των ιδεών του. Ακόμη, η φιλία βοηθά τον έφηβο να τονώσει την αυτοεκτίμησή του, να αντιμετωπίσει τα δικά του συναισθήματα και των άλλων και να συνειδητοποιήσει ότι και άλλα άτομα συμμερίζονται ίδιες αμφιβολίες, ελπίδες, φόβους και συναισθήματα.

Επίσης, η φιλία διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του εφήβου. Σύμφωνα με τον Erikson, εξωτερικεύοντας οι έφηβοι τις σκέψεις τους και τις διαθέσεις τους στους φίλους τους, αντιλαμβάνονται πληρέστερα τον εαυτό τους και διαμορφώνουν ευκολότερα μια σαφή και ολοκληρωμένη ταυτότητα (Παρασκευόπουλος, 1991). Η επίδραση των συνομηλίκων στους εφήβους επισυμβαίνει μέσα από δύο σημαντικές ψυχολογικές διαδικασίες της κοινωνικής σύγκρισης και της συμμόρφωσης. Οι συνομήλικοι δίνουν ευκαιρίες στον έφηβο να συγκρίνει τη συμπεριφορά του και τις δεξιότητές του με τις αντίστοιχες συμπεριφορές και δεξιότητες των συνομηλίκων του. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται κοινωνική σύγκριση και παρουσιάζεται και στις άλλες ηλικιακές περιόδους, όχι μόνο στην εφηβεία αλλά στην εφηβεία φαίνεται να έχει πολύ μεγαλύτερη ισχύ. Η ευαισθησία των εφήβων στην κοινωνική σύγκριση μπορεί να επιφέρει και θετικά και αρνητικά αποτελέσματα (Tucker, 1999). Συμμόρφωση είναι η υιοθέτηση της συμπεριφοράς και των στάσεων των άλλων και αναφέρεται στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του ατόμου όταν αυτή, συνειδητά ή ασυνείδητα, τείνει να μοιάζει με τη συμπεριφορά μιας ομάδας ή κάποιου προτύπου. Η κοινωνική σύγκριση οδηγεί στην υιοθέτηση συγκεκριμένων ενεργειών όπως και σε αλλαγή στην αυτοεκτίμηση και την αυτοεικόνα, σε εμμονή με ορισμένες δραστηριότητες και επιδρά και σε άλλους τομείς, προσωπικούς και κοινωνικούς. Η συμμόρφωση δεν περιλαμβάνει υποχρεωτικά και κοινωνική σύγκριση.

Ο έφηβος μπορεί να παρουσιάζει την ίδια συμπεριφορά με άλλα άτομα μιας ομάδας γιατί έχει ήδη διδαχθεί να συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ή γιατί έχει ίσως οδηγηθεί σε τέτοια συμπεριφορά μέσω αμοιβών και ποινών από συνομηλίκους ή και ενήλικες. Γενικά, αυτό που καταδεικνύουν οι σχετικές έρευνες είναι ότι τα άτομα με χαμηλό βαθμό αυτοεκτίμησης όπως και τα άτομα με μέτρια θέση στην ομάδα παρουσιάζουν μια πιο έντονη τάση για συμμόρφωση (Γιαννίτσας, 2006).