Η παροδική υμενίτιδα του ισχίου αποτελεί συχνή αιτία χωλότητας στα παιδιά. Εμφανίζεται σε 2 με 5 φορές μεγαλύτερη συχνότητα στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια και αφορά κυρίως παιδιά 3-10 ετών. Η εμφάνιση σε βρέφη ή σε πολύ μεγαλύτερα παιδιά, αν και είναι δυνατή, είναι σπανιότερη. Είναι μη ειδική και αυτοϊώμενη φλεγμονή η οποία μπορεί να σχετίζεται με ιογενή λοίμωξη, όπως η αμυγδαλίτιδα και οι παθήσεις των ανώτερων αναπνευστικών οδών ή να οφείλεται σε αλλεργικά αίτια, υπέρχρηση και τραυματισμούς μικρής κυρίως έντασης.

Η κλινική εικόνα χαρακτηρίζεται από οξεία ή προοδευτική εμφάνιση πόνου στην περιοχή του ισχίου, ο οποίος αντανακλά προς τη βουβωνική περιοχή και την πρόσθια-έσω επιφάνεια του μηρού έως το γόνατο. Η πάθηση μάλιστα είναι δυνατόν να διαφύγει στα πρότυπα στάδιά της και να θεωρηθεί πρόβλημα που προέρχεται από το γόνατο. Η κινητικότητα της άρθρωσης και κυρίως η έσω στροφή του ισχίου σε κάμψη είναι περιορισμένη, ενώ διαπιστώνεται επίσης περιορισμός της απαγωγής και της έκτασης του ισχίου. Μπορεί επίσης να υπάρχει σύγκαμψη της άρθρωσης. Η χωλότητα αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα και κυμαίνεται από απλή δυσκολία στη βάδιση μέχρι πλήρη αδυναμία να δώσει βάρος το παιδί στο πόδι του. Θερμοκρασία του παιδιού όταν είναι αυξημένη αντιπροσωπεύει χαμηλή πυρετική κίνηση.

Από το ιστορικό είναι δυνατό να καταγράφεται φλεγμονή η οποία είναι συνήθως σε αποδρομή.

Ο εργαστηριακός έλεγχος είναι φυσιολογικός, αλλά ο αριθμός και ο τύπος των λευκών αιμοσφαιρίων, η ταχύτητα της καθίζησης των ερυθρών αιμοσφαιρίων και ο τίτλος αντιστρεπτολυσίνης ΑSTO πρέπει να ελέγχονται για τον αποκλεισμό μικροβιακής φλεγμονής. Ο αιματολογικός έλεγχος που αποκαλύπτει αύξηση της τιμής της Ταχύτητας Καθίζησης Ερυθρών άνω των 20 χιλιοστών την ώρα, της C αντιδρώσας πρωτεΐνης άνω των 2 mg/dL των λευκών αιμοσφαιρίων άνω των 12000 /mm3 είναι παθολογικός. Σε συνδυασμό μάλιστα με την αύξηση της θερμοκρασίας του παιδιού > 38.5ο C και την πλήρη αδυναμία βάδισης είναι ενδεικτικός σηπτικής φλεγμονής της άρθρωσης η οποία χρήζει άμεσης ιατρικής εκτίμησης με παρακέντηση της άρθρωσης και έναρξης της κατάλληλης αντιβιοτικής αγωγής.

Η παρακέντηση της άρθρωσης η οποία γίνεται υπό υπερηχογραφική ή ακτινοσκοπική καθοδήγηση δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας, αποκαλύπτει υγρό διαυγές, καθαρό και άσηπτο και αποκλείει την σηπτική αρθρίτιδα σε περίπτωση που υπάρχουν ενδείξεις για την παρουσία της τελευταίας.
Την παρουσία υγρού στην άρθρωση μπορεί να επιβεβαιώσει το υπερηχογράφημα το οποίο όμως δεν είναι διαγνωστικό.

Ο ακτινολογικός έλεγχος είναι αρνητικός για παθολογικά ευρήματα αλλά είναι χρήσιμος για τον αποκλεισμό άλλων παθολογικών καταστάσεων που προκαλούν άλγος στην άρθρωση του ισχίου, όπως η επιφυσιολίσθηση και η οστεοχονδρίτιδα της μηριαίας κεφαλής και ο τραυματισμός των οστών της άρθρωσης.

Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει κυρίως τη σηπτική αρθρίτιδα ο οποία πρέπει να αποκλείεται νωρίς από τη διάγνωση και να αντιμετωπίζεται άμεσα, την οστεοχονδρίτιδα της μηριαίας κεφαλής (Legg-Calve-Perthes), τον ρευματικό πυρετό και τη νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Η θεραπεία περιλαμβάνει την κατάκλιση, τον περιορισμό της δραστηριότητας του παιδιού και την αποφυγή βάδισης, ενώ είναι δυνατό να χρειαστεί η εφαρμογή δερματικής έλξης με το ισχίο σε κάμψη. Αντιφλεγμονώδη συνήθως δεν χρειάζονται παρά μόνο απλά αναλγητικά για την ύφεση του πόνου, ενώ η ασπιρίνη πρέπει να αποφεύγεται. Η θερμοκρασία του σώματος πρέπει να παρακολουθείται, ώστε να μην διαφύγει μια πιθανή μικροβιακή φλεγμονή.

Όπως αναφέρθηκε, η πάθηση αυτοϊάται έτσι ώστε σε 1 έως 3 εβδομάδες μετά την προσβολή δεν υπάρχουν πλέον συμπτώματα. Υποτροπή όμως είναι δυνατή. Έχει αναφερθεί ότι σε ποσοστό μικρότερο του 5 % η παροδική υμενίτιδα ακολουθείται από τη νόσο του Perthes αλλά η συσχέτιση των δύο αυτών διαφορετικών νοσολογικών οντοτήτων δεν έχει αποδειχθεί.
Η επιστροφή στις αθλητικές δραστηριότητες επιτρέπεται 4 έως 6 εβδομάδες μετά την ύφεση των ενοχλημάτων.