Πολλές κοινές και συχνές παιδικές παθήσεις προκαλούν άγχος στους γονείς λόγω κακής ενημέρωσης. Παλιές ξεχασμένες πρακτικές, όχι μονο μπερδεύουν τους γονείς αλλά εάν εφαρμοστούν υπό ακατάλληλες συνθήκες δύναται να προκαλέσουν βλάβες. Μια τέτοια πάθηση είναι και η παιδική φίμωση. 

Παρά την πληθώρα αναφορών στη διεθνή βιβλιογραφία, τις αναρίθμητες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και την επαρκή επιστημονική προσέγγιση από την ιατρική κοινότητα της πάθησης αυτής, ακόμη και σήμερα συζητείται, προβληματίζει και φέρνει σε δύσκολη θέση τους νέους γονείς.

Η φίμωση εκφράζει την αδυναμία έλξης της ακροποσθίας προς τα πίσω, ώστε να γίνει ορατή η βάλανος όταν το πέος βρίσκεται τόσο σε χάλαση θέση όσο και σε στύση.

Η ακροποσθία (ακροβυστία ή πόσθη) είναι η διπλής επιφάνειας και όψης δερματική επικάλυψη της βαλάνου στο χαλαρό πέος. Η εσωτερική επιφάνειά της αποτελείται από βλεννογόνο (μοιάζει με τον ιστό των βλεφάρων και των μικρών χειλέων του αιδοίου). Η ιστολογική συνάντηση των δύο επιφανειών είναι ανατομικά γνωστή ως δακτύλιος της ακροποσθίας. Η εσωτερική επιφάνεια της φυσιολογικής ακροποσθίας από τις πρώτες ημέρες της ζωής συμφύεται χαλαρά με τη βάλανο. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται βαλανοποσθικές συμφύσεις για την οποία δεν οφείλουμε να αποκολλήσουμε έως την ηλικία των τριών ετών περίπου.

Αυτό γιατί, η απολέπιση των επιθηλιακών κυττάρων μεταξύ της βαλάνου και της μη διολισθούμενης ακροποσθίας θα οδηγήσει στη συσσώρευση λευκωπών ουσιών, τύπου σμήγματος, που σε συνεργασία με τις νυχτερινές στύσεις θα συμβάλουν στη σταδιακή αποκόλλησή της από την βάλανο. Έχουμε παρατηρήσει ότι η παραγωγή αυτού του σμήγματος εκλαμβάνεται συχνά εσφαλμένα είτε ως λοίμωξη είτε ως σμηγματογόνος κύστη. Η φυσιολογική ακροποσθία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα ούτε και είναι απαραίτητη η έλξη της. Η βίαια έλξη προς τα πίσω, της ανώριμης ακροποσθίας, θα πρέπει να αποφεύγεται για την αποφυγή κακώσεων, αιμορραγίας, φλεγμονών ή ψυχολογικού τραύματος. Σε περιπτώσεις όμως, που υπάρχουν ασύμμετρες συμφύσεις μεταξύ της ακροποσθίας και της βαλάνου και υποτροπιάζουσες τοπικές φλεγμονές εφαρμόζουμε τη λεγόμενη συμφυσιόλυση, μια απλή ιατρική πράξη που μπορεί να γίνει στο εξωτερικό ιατρείο υπό τοπική αναισθησία. Κατά την πράξη αυτή πρέπει να αποφευχθεί οποιοσδήποτε τραυματισμός στο χείλος της ακροποσθίας ο οποίος θα οδηγήσει στη δημιουργία ουλής και εμφάνισης δευτερογενούς φίμωσης.

Η φίμωση συναντάται σε όλες τις ηλικίες. Ωστόσο, στα αγόρια κάτω των τριών ετών, σπάνια παρατηρείται η «αληθής φίμωση» και αυτό γιατί ο χαλαρά εστενωμένος δακτύλιος της ακροποσθίας θα διευρυνθεί με τον χρόνο και θα αποκαλύψει την βάλανο.

Παράγοντες που συντελούν στη σταδιακή αποκόλληση είναι η αύξηση του πεϊκού σώματος, η συσσώρευση των επιθηλιακών αποπτώσεων και οι διαλείπουσες στύσεις του πέους. Πρόκειται δηλαδή για τη «φυσιολογική φίμωση», η οποία δεν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για να διορθωθεί. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των νεογνών στα οποία η πόσθη διολισθαίνει εύκολα είναι μόνο 4% και των βρεφών 15- 20%. Στην ηλικία των τριών ετών μόνο το 10% των αγοριών παραμένει με κλειστή την ακροποσθία.
Η παθολογική λοιπόν, φίμωση είναι σπάνια πριν την ηλικία των τριών ετών. Αιτιολογικοί παράγοντες αποτελούν ο τραυματισμός της βίαια έλξης της ακροποσθίας, η δερματίτιδα και η βαλανοποσθίτιδα. Η δυσκολία στην ούρηση, η διόγκωση της ακροποσθίας δίκην μπαλονιού κατά την ούρηση, ο πόνος κατά την στύση, οι υποτροπιάζουσες μικροβιακές τοπικές λοιμώξεις, οι ουρηθρίτιδες και οι ουρολοιμώξεις αποτελούν τα συμπτώματα της φίμωσης τα οποία οδηγούν τους γονείς και τον μικρό ασθενή στον παιδίατρο. Ωστόσο, αρκετοί ασθενείς παραμένουν ασυμπτωματικοί.

Κατά το παρελθόν η ριζική περιτομή ήταν η μέθοδος εκλογής αντιμετώπισης. Παρότι, λοιπόν, σήμερα έχουν διατυπωθεί κατευθυντήριες οδηγίες για τη διενέργεια της περιτομής, οι περισσότερες περιτομές βασίζονται περισσότερο σε θρησκευτικούς λόγους παρά σε τεκμηριωμένες ιατρικές ενδείξεις. Η ριζική περιτομή σήμερα είναι πλέον παρωχημένη. Η τεχνική αυτή της ολοκληρωτικής αφαίρεσης της ακροποσθίας είναι επώδυνη, οδηγεί σε σοβαρή απώλεια της σεξουαλικής αίσθησης και καταστρέφει την φυσιολογική ανδρική σχέση της σεξουαλικής και της μηχανικής λειτουργίας του πέους. Έχουν επινοηθεί διάφορες εναλλακτικές επεμβάσεις, ελάχιστα επεμβατικές, με λιγότερες μετεγχειρητικές επιπλοκές, οι οποίες στοχεύουν στη διεύρυνση της ακροποσθίας, με σκοπό την διατήρηση της φυσιολογικής εμφάνισης του πέους. Με την πλαστική της ακροποσθίας επιτυγχάνεται καλύτερο λειτουργικό και αισθητικό αποτέλεσμα και πολύ μικρότερο ποσοστό μετεγχειρητικών επιπλοκών, σε σχέση με την περιτομή.

Η προσέγγιση της αντιμετώπισης της φίμωσης δεν είναι μόνο χειρουργική αλλά και συντηρητική. Η εφαρμογή αντιφλεγμονώδων αλοιφών, στεροειδών ή μη, για ικανό χρονικό διάστημα είναι οι συχνότερες αναφερόμενες μη επεμβατικές μέθοδοι. Ο μηχανισμός της δράσης των στεροειδών ερμηνεύεται από την αντιφλεγμονώδη ιδιότητα αυτών των ουσιών, την ικανότητα ανοσοκαταστολής και τα αποτελέσματα της δερματο-εκλέπτυνσης από την τοπική εφαρμογή τους.

Όλες οι νέες χειρουργικές μέθοδοι διατηρούν την ακροποσθία έτσι ώστε να μειώσουν τους κινδύνους και ενδεχομένως τις επιπλοκές της χειρουργικής επέμβασης της περιτομής. Η ραχιαία επιμήκης σχάση της ακροποσθίας, οι χειρουργικές πλαστικές τεχνικές τύπου V-Y, Ζ, η διαστολή με μπαλόνι ή η διαστολή με ειδικές λαβίδες της ακροποσθίας είναι οι αναφερόμενες εναλλακτικές μέθοδοι αντιμετώπισης.

Το ποσοστό των διεγχειρητικών και μετεγχειρητικών επιπλοκών είναι χαμηλό αλλά και αποφευκτό. Παρότι θεωρείται απλή και χαμηλού κινδύνου διαδικασία, εάν εφαρμοσθεί σε ακατάλληλο χώρο και από μη έμπειρο ιατρικό προσωπικό, μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστα αποτελέσματα για τον μικρό ασθενή. Η αιμορραγία και η εμφάνιση μετεγχειρητικού αιματώματος, η μετεγχειρητική μόλυνση του τραύματος είναι οι πιο συχνές επιπλοκές.

Η εμμονή στις ακριβείς άσηπτες αρχές, η υιοθέτηση των ελάχιστων επεμβατικών μεθόδων, η αυστηρή τήρηση των κανόνων αιμόστασης, ο πλήρης διαχωρισμός του εσωτερικού επιθηλίου της ακροποσθίας από τη βάλανο, η ελάχιστη αποκοπή του εσωτερικού και εξωτερικού τμήματος της ακροποσθίας με αποτέλεσμα τη σωστή μετεγχειρητική αισθητική εμφάνιση του πέους αποτελούν τα προληπτικά μέτρα που διασφάλίζουν την επιτυχία της επέμβασης.