Από όλες τις οξείες καταστάσεις στην ιατρική, η πλέον επείγουσα είναι η αναφυλαξία. Πρόκειται για σοβαρή αλλεργική αντίδραση, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο.

Οι μισές και πλέον περιπτώσεις αναφυλαξίας οφείλονται σε τροφική αλλεργία. Όλες οι τροφές μπορούν να προκαλέσουν αναφυλαξία, με συνηθέστερες, στην πρώτη παιδική ηλικία, το γάλα, το αυγό και τα δημητριακά. Ευτυχώς, η αλλεργία στις τροφές αυτές είναι συνήθως παροδική.

Σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες, ευθύνονται δύο, κυρίως, κατηγορίες τροφίμων: α) τα θαλασσινά, με συχνότερα τη γαρίδα, την καραβίδα, τον αστακό και το καβούρι, και β) οι ξηροί καρποί, με συχνότερο το αράπικο φυστίκι. Το τελευταίο, επειδή χορηγείται και σε πολύ μικρά παιδιά ως φυστικοβούτυρο, προκαλεί αναφυλαξία σε όλες τις ηλικίες. Ατυχώς, όλα αυτά τα τρόφιμα επιφέρουν μόνιμη αλλεργία.

Πέρα από τις τροφές, και τα φάρμακα ενοχοποιούνται για αναφυλαξία. Η πενικιλίνη και τα παράγωγά της, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, τα σκιαγραφικά και τα φάρμακα του χειρουργείου αποτελούν τα συχνότερα αίτια. Τα υμενόπτερα (μέλισσα, σφήκα κ.ά.) πολλές φορές προκαλούν σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τσίμπημα προσλαμβάνει και απειλητικές για τη ζωή διαστάσεις.

Οι ήπιες ή τοπικές αντιδράσεις (περιορισμένες ή εκτεταμένες) είναι κατά πολύ συχνότερες της αναφυλαξίας. Από τα επαγγελματικά αίτια αναφυλαξίας, ξεχωρίζει η αλλεργία στο λάστιχο (latex).

Επιβαρυντικοί παράγοντες που συμβάλλουν τόσο στην πρόκληση όσο και στη βαρύτητα της αναφυλακτικής αντίδρασης, είναι καταστάσεις που συνδυάζονται με σωματική ή ψυχική καταπόνηση (στρες), όπως άσκηση-άθληση, λοιμώξεις, έλλειψη ύπνου, φάρμακα.

 Τα συμπτώματα και η αντίδραση

Τα συμπτώματα της αναφυλαξίας εμφανίζονται μέσα σε λίγα λεπτά μετά την έκθεση στο αίτιο. Επικρατούν τα δερματικά (80%-90%): κνίδωση (πετάλες ή καντίλες ή φλούμπες), κνησμός (φαγούρα), οίδημα στο λάρυγγα (κίνδυνος ασφυξίας), βήχας, δύσπνοια, κράμπες ή πόνος στην κοιλιά, έμετοι, διάρροιες. Τέλος, εάν δεν υπάρξει άμεση αντιμετώπιση του επεισοδίου, θα ακολουθήσει απώλεια των αισθήσεων, πτώση του παιδιού στο έδαφος, καταπληξία (αλλεργικό σοκ).

Η αντιμετώπιση είναι επείγουσα και νοσοκομειακή και αρχίζει πριν ξεκινήσει ο άρρωστος για το νοσοκομείο! Το μνημοτεχνικό «ΑΕΚ» [Αντιισταμινικό - Επινεφρίνη (Αδρεναλίνη) – Κορτιζόνη] συνοψίζει την άμεση, προνοσοκομειακή αντιμετώπιση, με πρώτη τη χορήγηση επινεφρίνης (αδρεναλίνης).

Κάθε άτομο με ιστορικό σοβαρού αναφυλακτικού επεισοδίου, πρέπει να έχει ΠΑΝΤΟΥ και ΠΑΝΤΟΤΕ μαζί του αυτοενέσιμη αδρεναλίνη. Υπάρχει έτοιμο σκεύασμα στα φαρμακεία σε καθορισμένη δόση, γίνεται από τον γονέα ή άτομο που συνοδεύει το παιδί και ανανεώνεται ανά τακτά διαστήματα.

Για την πιστοποίηση του αιτίου, όπου χρειάζεται, ακολουθεί ο ειδικός αλλεργιολογικός έλεγχος μετά την οξεία φάση. Με την αποκάλυψη του αιτίου, συνιστάται η αποφυγή του.

Σε τροφική αλλεργία απαιτείται σχολαστική ανάγνωση κάθε ετικέτας σε συσκευασμένα τρόφιμα για «κρυμμένα» αίτια, όπως ξηροί καρποί μέσα σε σοκολάτα ή κέικ, λεκιθίνη (αυγό) κ.λπ. Επί αμφιβολίας, η αποφυγή της συγκεκριμένης τροφής είναι η πλέον ασφαλής τακτική.

 Η περίπτωση της ορονοσίας

Η ορονοσία αποτελεί αντίδραση του οργανισμού συνήθως σε φάρμακα, αλλά και σε λοιμώδεις παράγοντες, ιούς ή βακτήρια. Η αντίδραση τύπου ορονοσίας (ορονοσία) θυμίζει την αλλεργία, καθώς αρχικά εκδηλώνεται με κνιδωτικό εξάνθημα. Τυπικά, τα συμπτώματα παρουσιάζονται μία με τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με κάποιο φάρμακο. Σε ασθενείς, όμως, που έχουν λάβει και παλαιότερα το ίδιο φάρμακο, μπορεί να εμφανιστούν μέσα σε μία με τρεις ημέρες.

Από τα φάρμακα, τα παράγωγα της πενικιλίνης προκαλούν συχνότερα ορονοσία. Από τις λοιμώξεις, οι ιοί ηπατίτιδας Β ή C, ο ιός της λοιμώδους μονοπυρήνωσης και ο στρεπτόκοκκος αποτελούν επίσης συνήθη αίτια.

Η ορονοσία συνήθως ξεκινά με την κνίδωση, την οποία διαδέχεται, σε 1-3 ημέρες, ψηλαφητό μικροαιμορραγικό εξάνθημα, με καφεοειδή απόχρωση (μπλαβίζει) ή εξάνθημα που μοιάζει με τυπικές μικρές μελανιές. Μπορεί να συνοδεύεται από πυρετό και μυαλγίες. Συχνά, συνυπάρχει πόνος ή πρήξιμο στις αρθρώσεις, κυρίως σε αγκώνες, γόνατα, ποδοκνημικές, πηχεοκαρπικές ή τις μικρές αρθρώσεις των δακτύλων. Άλλες φορές, υπάρχει διόγκωση οργάνων (λεμφαδένες, ήπαρ, σπλήνας) ή συμμετοχή του πεπτικού συστήματος ή των νεφρών.

Η διάγνωση της ορονοσίας τίθεται από το ιστορικό και την κλινική εικόνα. Εργαστηριακός έλεγχος δεν κρίνεται απαραίτητος, δεδομένου ότι δεν υπάρχει εξέταση που να τεκμηριώνει τη διάγνωση.

Η διάρκεια της νόσου κυμαίνεται από λίγες ημέρες μέχρι 2-3 εβδομάδες, χωρίς να αφήνει κατάλοιπα (επιπλοκές). Συνήθως, με την απομάκρυνση του αιτίου (π.χ. διακοπή του φαρμάκου που την προκαλεί) η νόσος αυτοϊάται. Σπανιότερα, μπορεί από τη συμμετοχή των διαφόρων οργάνων, να προκύψουν δυσκολία στη διάγνωση ή και επιπλοκές. Στις περιπτώσεις αυτές είναι απαραίτητη η εισαγωγή σε νοσοκομείο, για πλήρη έλεγχο και θεραπεία.

Η θεραπεία είναι ανακουφιστική, με αντιισταμινικά κυρίως, για την αντιμετώπιση του κνησμού (φαγούρα), εφόσον υπάρχει. Παυσίπονα-αντιπυρετικά χορηγούνται επί πυρετού ή πόνους στις αρθρώσεις. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη συνιστώνται όταν υπάρχει πόνος και πρήξιμο στην άρθρωση χωρίς την παρουσία κνιδωτικού εξανθήματος. Η κορτιζόνη χορηγείται, όταν κρίνεται απαραίτητο, για λίγες μέρες.

Χρειάζεται αλλεργιολογικός έλεγχος μετά την πλήρη ανάρρωση από ορονοσία που προκλήθηκε από λήψη φαρμάκου, συνήθως αντιβιοτικού, για να επιβεβαιωθεί ότι το αίτιο ήταν πραγματικά το συγκεκριμένο φάρμακο και να αποφευχθεί ο κίνδυνος από μελλοντική χορήγησή του. 

Πηγές: Δημήτριος Χατζής, Παιδίατρος - Αλλεργιολόγος Παίδων & Ενηλίκων, Επιστ. Συνεργάτης Ομίλου ΥΓΕΙΑ