Εισαγωγή

Η φύση υπήρξε η κυριότερη πηγή φαρμάκων για πάρα πολλούς αιώνες. Ακόμη και σήμερα περισσότερο από το 25% των φαρμάκων που διατίθενται στην αγορά προέρχεται από τη φύση. Όπως είναι γνωστό από τη Φαρμακολογία, τα Φάρμακα δεν επιφέρουν νέες λειτουργίες στον οργανισμό.

Απλά τροποποιούν την ένταση των υπαρχουσών, μέσω επίδρασης στους βιοχημικούς μηχανισμούς που ήδη υπάρχουν στο σώμα. Επομένως κανένα φάρμακο δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνει η φύση. Απλά το κάνει καλύτερα, ή για την ακρίβεια καταλληλότερα.

Με βάση την αρχή αυτή, για να συντεθεί ένα Φάρμακο, θα πρέπει πρώτα να γίνει γνωστή η βιοχημική οδός που διαταράχθηκε, και να παρακολουθηθούν τα φυσικά μόρια του οργανισμού που προσπαθούν να επιδιορθώσουν την διαταραχή.

Τα μόρια αυτά δεν βιοσυντίθενται απαραίτητα στον οργανισμό. Κάποια από αυτά προσλαμβάνονται με την τροφή (πχ Βιταμίνες, ανόργανα άλατα). Έτσι, εύκολα βγαίνει το συμπέρασμα ότι όλα τα Φάρμακα μοιάζουν με ουσίες που ήδη υπάρχουν στη φύση.

Με βάση το σκεπτικό αυτό, ακόμα και το πιο συνθετικό φάρμακο κρύβει ένα κομμάτι της φύσης μέσα του. Το Φάρμακο όμως δεν αποτελείται μόνο από την φαρμακευτική (δηλαδή την βιολογικά ενεργή) ουσία. Χωρίς τα έκδοχα, τις ουσίες δηλαδή που στην κυριολεξία «πιλοτάρουν» την πορεία του Φαρμάκου στον οργανισμό δεν θα υπήρχαν ούτε Φάρμακα, ούτε Φαρμακευτική.

Ακόμη και σήμερα τα περισσότερα έκδοχα προέρχονται από φυσικές πρώτες ύλες. Την ίδια στιγμή που από τα εργαστήρια βγαίνουν συνεχώς νέα μόρια που εξοπλίζουν τη φαρέτρα της Ιατρικής, τα παλιά γνωστά Φάρμακα φυσικής προέλευσης περνούν στην κοσμητολογία.

Τα φαρμακευτικά καλλυντικά (Cosmeceuticals) είναι πλέον γεγονός και η φαρμακευτική κοσμητολογία συναγωνίζεται την κλινική φαρμακολογία για να προσδώσει επιστημονικό υπόβαθρο ως προς την δράση των καλλυντικών (evidence based pharmaceutical cosmetology).

Από την άλλη μεριά, πολλά γνωστά φυσικά προϊόντα καταγράφονται ως OTC φάρμακα. Εάν προσθέσει κανείς στα παραπάνω τα επιτεύγματα της βιοτεχνολογίας, από την διάθεση των προβιοτικών μέχρι την διάθεση θρομβολυτικών φαρμάκων καθώς και βρώσιμων εμβολίων, τότε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η φύση εχει κάνει ένα δυναμικό come back ως προς την επιρροή της στο σχεδιασμό μοντέρνων φαρμάκων.

Έτσι, οι φυσικές πρώτες ύλες (Φυτά, ζώα, βακτήρια, μύκητες, ιοί, βακτηριοφάγοι, καρκινικά κύτταρα, βλαστοκύτταρα) χρησιμοποιούνται για να μας δώσουν φάρμακα με διαφορετικούς τρόπους.

Ευκαιρίες και προβλήματα στην έρευνα των φαρμάκων φυσικής προέλευσης

Για τους Φαρμακοποιούς που ασχολούνται ενεργά με την Φαρμακογνωσία και την Εθνοφαρμακολογία, το γεγονός ότι ενώ υπάρχουν περί τα 500.000 φυτικά είδη στον πλανήτη γη, από τα οποία μόνο τα 50.000 περίπου έχουν ελεγχθεί φαρμακολογικά, αποτελεί μια τεράστια ευκαιρία.

Αν σε αυτόν τον αριθμό προσθέσουμε τον αριθμό των ζώων, των μικροσκοπικών οργανισμών, καθώς και το σύνολο των οργανισμών που ζουν στη θάλασσα, τότε η πρόκληση είναι εμφανής. Παρόλα αυτά, μέχρι το 1985 η απροθυμία των φαρμακευτικών εταιριών να ερευνήσουν συστηματικά (σε βάθος και πλάτος) το έμβιο βασίλειο ήταν χαρακτηριστική.

Παρόλο που υπήρχαν βάσεις δεδομένων, οι φαρμακευτικές εταιρείες που δεν είχαν παράδοση στη φαρμακογνωσία έδειχναν μια χαρακτηριστική απροθυμία όπως καταμαρτυρούν τα στοιχεία του παρακάτω πίνακα που πάρθηκαν από τη βάση δεδομένων Natralert.

Οι κυριότεροι λόγοι της δυστοκίας αυτής ήταν οι ακόλουθοι:

Το πρόβλημα της πατέντας

Είναι εύκολο να πατενταριστεί ένα μόριο, ή μια χημική μέθοδος σύνθεσης. Δεν είναι το ίδιο εύκολο να πατενταριστεί ένα φυτό. Οσο πιο εκτεταμένη είναι η φυτογεωγραφία του τόσο πιο δύσκολη είναι η πατεντάριση του. Με την έλευση της βιοτεχνολογίας και τη χρήση μικροβίων ως φαρμάκων per se το πρόβλημα μεγεθύνθηκε σε τέτοιο βαθμό που αρχίζουν να παρατηρούνται ακόμη και ελλείψεις στη βιβλιογραφία.

Έτσι εξηγείται μερικώς, και η σχετική απροθυμία των εταιρειών να παρουσιάσουν δημόσια τη φυσική προέλευση του φαρμάκου τους.

Το πρόβλημα της τιμής και της τιμολόγησης

Ο περισσότερος κόσμος, συμπεριλαμβανόμενου και του ιατρικού πιστεύει ότι όταν ένα φάρμακο υπάρχει στη φύση, τότε το κόστος παραγωγής του είναι μικρό, άρα και η τιμή του θα πρέπει να είναι αντίστοιχη. Διαφορετικά, θα προμηθεύεται και θα τρώει, εισπνέει, τρίβει, ή επαλείφει την φυσική πηγή διάθεσης του φαρμάκου, με όλες τις επιταγές της εθνοφαρμακευτικής.

Το πρόβλημα των πανομοιότυπων φαρμάκων (me toos)

Εάν η απομόνωση του φαρμάκου από το φυτό είναι μια σχετικά εύκολη υπόθεση, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να φτιαχτεί ένα φάρμακο από ανταγωνιστική εταιρεία με πχ ένα μεθύλιο διαφορά χωρίς ουσιαστική διαφορά στην φαρμακοδυναμική.

Αυτό μπορεί να συμβεί και στα de novo συνθετικά φάρμακα. Η διαφορά όμως είναι ότι από τα φυσικής προέλευσης φάρμακα απαιτείται πολύ λιγότερος χρόνος και γνώση αντιγραφής και τροποποίησης σε σχέση με de novo συνθέσεις.

Η μεταστροφή της αντίληψης των ιατρών

Οι κλασσικές φαρμακολογίες τονίζουν μόνο τα παλιά φυσικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι ιατροί να τα θεωρούν είτε ακίνδυνα-placebo είτε ισχυρότατα και συνάμα τοξικότατα. Παρόλο που η επιμόρφωση των ιατρών σε θέματα φαρμακολογίας μειώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα το βάρος της ενημέρωσης να πέφτει στις φαρμακευτικές εταιρείες, εν τούτοις υπάρχει ατολμία για τη δήλωση ενός φαρμάκου ως προϊόντος φυσικής προέλευσης για να μην ταυτιστεί από τον ιατρό είτε ως αναποτελεσματικό είτε ως τοξικό.

Η έλευση της συνδυαστικής φαρμακευτικής χημείας

Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της συνδυαστικής φαρμακευτικής χημείας είναι ότι μπορεί να ενσωματωθεί στο σύστημα forecasting του marketing. Πράγματι, με τη χρήση προγραμμάτων Computer Aided Drug Design μπορούμε πλέον όχι μόνο να προσδιορίσουμε την κβαντομηχανική πιθανότητα σύνθεσης της φαρμακευτικής ουσίας, αλλά και τα στάδια της σύνθεσης, και επομένως μπορούμε με βάση το budget εξόδων και την πρόβλεψη πωλήσεων του φαρμάκου να προσδιορίσουμε το επίπεδο κερδοφορίας του φαρμάκου.

Στον αντίποδα, κανένας εθνοφαρμακολόγος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αναλύοντας την παράδοση ενός συγκεκριμένου πληθυσμού, θα προσφέρει στην εταιρεία ένα νέο φάρμακο σε εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο θα είναι καλύτερο από τα ανταγωνιστικά του.

Η ελάττωση της φαρμακευτικής παιδείας στα Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια

Την ίδια στιγμή που τα φαρμακευτικά τμήματα των Ασιατικών και Αμερικάνικων ανεπιστημίων ενισχύουν ιδιαίτερα τη Φαρμακογνωσία με βιολογική κατεύθυνση, τα Ευρωπαϊκά στρέφουν το ενδιαφέρον τους περισσότερο στην Χημεία. Ως αποτέλεσμα, οι μελέτες των τμημάτων φαρμακογνωσίας γίνονται κυρίως σε επίπεδο αυτοποίησης δομών και όχι σε επίπεδο είτε σχέσης δομής/δράσης, είτε σχέσης δράσης/φυτογεωγραφίας.

Με άλλα λόγια, τα τμήματα φαρμακογνωσίας των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων μπορούν εύκολα να απαντήσουν σε ερωτήματα του τύπου «Τι ουσίες περιέχει η δρόγη Hyoscyamus Niger;” Δεν μπορούν να απαντήσουν σε ερωτήσεις του τύπου «σε ποια γεωγραφικά μήκη / πλάτη και σε ποιες οικογένειες φυτών υπάρχει πιθανότητα να ανεβρεθούν συμπαθομιμητικές αμίνες;»

Το πρόβλημα της βιομάζας

Σε αρκετές περιπτώσεις όπου το φάρμακο δεν μπορεί να παραχθεί με χημικές μεθόδους, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί για πάντα η φυσική πρώτη ύλη στην οποία ανεβρέθηκε. Πράγματι, η ρύπανση του περιβάλλοντος και η κατασπατάληση των φυσικών πόρων σε συνδυασμό με την υπόλοιπη ανθρώπινη επέμβαση και τις κλιματικές μεταβολές έχουν οδηγήσει στην απώλεια εκατοντάδων μορφών ζωής.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εάν η μορφή ζωής από την οποία λαμβάνεται το φάρμακο είναι δύσκολα απαραγώγιμη και βιώσιμη σε ελεγχόμενο περιβάλλον τότε υπάρχει ο κίνδυνος της διακοπής της παραγωγής του φαρμάκου με ανυπολόγιστες αρνητικές συνέπειες για τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Το πρόβλημα του management

Η έλλειψη μεγάλου αριθμού εξειδικευμένων φαρμακοποιών στα θέματα της Εθνοφαρμακολογίας στις εταιρείες οδήγησε σε σχηματισμό ομάδων εργασίας από διαφορετικούς επιστήμονες (χημικούς, φαρμακολόγους, βιολόγους, ιατρούς, γεωπόνους, ανθρωπολόγους κλπ) οι οποίες δεν συντονίζονταν αρμονικά με αποτέλεσμα την καθυστέρηση των σχετικών projects.