Γράφει ο Θανάσης Δρίτσας, Καρδιολόγος, Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, συνθέτης & συγγραφέας

Ο Μαθουσάλας έζησε πολλές εκατονταετίες σε βιβλικές εποχές και θεωρήθηκε ευλογημένος από τον Θεό. Όλοι οι πλούσιοι και ισχυροί άνθρωποι ανά τους αιώνες προσπάθησαν να βρουν το ελιξήριο της νεότητας αλλά δυστυχώς χωρίς επιτυχία, αφού ο πλούτος και η υλική ευμάρεια μπορεί μεν να συντελούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, αλλά δεν μπορούν να επιμηκύνουν σημαντικά τη διάρκεια του βίου.

Επίσης ο σύγχρονος καπιταλισμός και η καταναλωτική κοινωνία μπορούν σήμερα να κολακεύουν τους υπερήλικες χαρίζοντας παροδικές ψευδαισθήσεις νεότητας μέσα από τις πλαστικές και αισθητικές επεμβάσεις, τη χορήγηση ορμονών, τη διάθεση των νέων φαρμάκων τύπου Βιάγκρα για τη βελτίωση της στυτικής δυσλειτουργίας, την εμφύτευση δοντιών και τριχών και πλείστα άλλα.

Όμως, ακόμη, η μέση διάρκεια ζωής στο δυτικό κόσμο δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 75 περίπου χρόνια και πολύ λίγοι άνθρωποι στον πλανήτη ξεπερνάνε σήμερα τα 95 τους χρόνια ακόμη και στις αναπτυγμένες χώρες.

Αν εξετάσει κανείς με την επιστημομονική ματιά το ζήτημα της μακροζωίας θα ανακαλύψει ότι η μακροζωία του ανθρώπου συνδέεται με ένα σύνολο αρνητικών παραμέτρων που πιθανά την καθιστούν μη εφικτή σε πολύ μακροπρόθεσμο επίπεδο.

Αν εξετάσει κάποιος, για παράδειγμα, το πρόβλημα της αύξησης του πληθυσμού των ανθρώπων πάνω στον πλανήτη θα διαπιστώσει τα εξής. Έχουμε συνηθίσει να χωρίζουμε τον κόσμο σε δύο ζώνες, τις αναπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες (υποκριτικός όρος για να μην τις λέμε υπανάπτυκτες).

Θα παρατηρήσουμε λοιπόν ότι το ακαθάριστο εθνικό προιόν αυξάνει ταχύτερα από τον πληθυσμό στις αναπτυγμένες ζώνες, ενώ το αντίστροφο συμβαίνει στις υπανάπτυκτες ζώνες του πλανήτη. Έτσι οι πλούσιες χώρες γίνονται πλουσιώτερες και οι φτωχές φτωχότερες, η δε αύξηση του πληθυσμού στις φτωχές χώρες είναι ταχύτατη.

Στη Νότια Αμερική, για παράδειγμα, ο χρόνος διπλασιασμού του πληθυσμού είναι 25 χρόνια, ενώ σε πλανητική κλίμακα κυμαίνεται πάνω από 100 χρόνια, μάλιστα πριν από 300 χρόνια ο χρόνος διπλασιασμού του πληθυσμού ήταν περίπου 1.500 χρόνια.

Να προσθέσει μάλιστα κανείς ότι το 80% του γήινου πληθυσμού ζει σε υπανάπτυκτες περιοχές, ενώ μόλις το 20% ζει σε αναπτυγμένες περιοχές. Αντίστροφα, το 75% του παγκόσμιου εισοδήματος παράγεται στις αναπτυγμένες χώρες και το 25% στις υπανάπτυκτες περιοχές.

Έτσι αντιλαμβάνεται κάποιος πολύ εύκολα ότι η πληθυσμική έκρηξη σε δυσαναλογία με την παραγωγή εισοδήματος θα οδηγήσει σε τρομακτική εξάντληση των φυσικών πόρων και θα δημιουργήσει ανάγκη για περισσότερα αγαθά ιδιαίτερα στις πόλεις (είναι δεδομένη η σημαντική αύξηση των αστικών πληθυσμών και η επίταση της αστυφιλίας).

Αν τώρα επανέλθουμε στο ζήτημα της μακροζωίας θα αντιληφθούμε ότι θα επιτείνει το πληθυσμικό πρόβλημα και επίσης το πρόβλημα της σίτισης των λαών της γης που είναι ήδη σήμερα υπαρκτό. Δεύτερον θα επιμηκύνει τα όρια συνταξιοδότησης και θα πολλαπλασιάσει τις ανάγκες για κοινωνικές και βιομηχανικές υποδομές.

Τρίτον θα επιτείνει ακόμη περισσότερο το φαινόμενο της αστυφιλίας δημιουργώντας περαιτέρω καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και μεγαλύτερη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Τέταρτον το κόστος ζωής θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο και θα μαζικοποιηθεί η φτώχεια.

Ας υποθέσουμε ότι η ανθρώπινη ζωή παρατείνεται μέχρι τα 200 χρόνια αλλά όπως σήμερα παίρνουμε σύνταξη στα 65 χρόνια τότε θα δημιουργηθεί μια κοινωνία γερόντων που θα οδηγήσει στην εξάλειψη κάθε μορφής ασφαλιστικού συστήματος (σε συντάξεις και περίθαλψη).

Επίσης αυτή η μακρόβια κοινωνία γερόντων θα πάσχει από ανία, κατάθλιψη και τρομακτικό άγχος αφού δεν θα γνωρίζει πώς να διαχειρισθεί ένα ατελεύτητο βίο 100 ετών μετά την σύνταξη. Ακόμη και στην περίπτωση που καταφέρει η ανθρωποβιολογία να δημιουργήσει ένα ενεργό βίο μέχρι πχ τα 180 χρόνια τότε θα επιλυθεί μεν το ασφαλιστικό πρόβλημα αλλά θα υπάρχουν έντονα ψυχολογικά προβλήματα και άγχος των εργαζομένων (φανταστείτε την απάντηση στην ερώτηση πότε θα πάρω σύνταξη; Στα 180 χρόνια!).

Ένα ακόμη βασικό και δισεπίλυτο πρόβλημα που συνδέεται με την μακροβιότητα και τη δημιουργία κοινωνίας γερόντων είναι ότι οι κοινωνίες υπερηλίκων αντιστέκονται στις καινούργιες ιδέες και γίνονται πολύ συντηρητικές. Είναι ξεκάθαρο ότι οι επαναστατικές και φρέσκιες ιδέες στη ζωή, στην κοινωνία, την επιστήμη την τέχνη, γίνονται πάντα από πολύ νέους ανθρώπους και μια κοινωνία γερόντων θα αντιστέκεται στην πρόοδο και την αλλαγή.

Μάλιστα το πρόβλημα είναι οξύτερο σε κοινωνίες όπως η ελληνική, εδώ οι γεροντότεροι δεν παραχωρούν εύκολα τα σκήπτρα στους νεώτερους και αυτό είναι δεδομένο σε οικογενειακό, κοινωνικό, επιστημονικό και πολιτικό επίπεδο (αυτό που λέει ο λαός ότι ο ‘Ελληνας δεν αφήνει εύκολα την καρέκλα του σε νεώτερο εκφράζεται και στο πρόσφατο φαινόμενο των ομοτίμων πανεπιστημιακών καθηγητών που ακόμη και μετά την αποχώρησή τους διατηρούσαν το δικαίωμα να μετέχουν ισότιμα σε επιτροπές επίβλεψης διατριβών).

Ο σύγχρονος καταναλωτικός τρόπος ζωής λόγω της ευμάρειας καλλιεργεί το εύλογο όνειρο της μακροζωίας, η οποία όμως με βάση την ανάλυση των επιστημονικών δεδομένων, αν ποτέ γίνει εφικτή στο μέλλον, θα συνδεθεί με μεγάλη καταστροφή του περιβάλλοντος, περαιτέρω ελάττωση των φυσικών πόρων, μαζικοποίηση της φτώχειας και επιδείνωση της κοινωνικής στήριξης, της οικονομικής ανισότητας και της ποιότητας ζωής.

Μάλιστα αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις φαίνεται ότι θα πλήξουν περισσότερο τους νέους ανθρώπους. Οι εγκέφαλοι του κόσμου αντί να ερευνούν πιθανές μεθόδους παράτασης της ανθρώπινης ζωής θα έπρεπε να απασχοληθούν σοβαρότερα για το πώς θα σταματήσουν την τρέχουσα εκρηκτική αύξηση της φτώχειας και ανισότητας σε παγκόσμιο επίπεδο και πώς θα διαφυλάξουν καλύτερα την υγεία του φυσικού περιβάλλοντος.