Με τον όρο μεταγευματικό διαβήτη εννοούμε τον διαβήτη που χαρακτηρίζεται κυρίως ή μόνο από αύξηση των μεταγευματικών σακχάρων. Σε ορισμένα διαβητικά άτομα το επίπεδο της βασικής έκκρισης ινσουλίνης είναι φυσιολογικό με αποτέλεσμα το άτομο να έχει φυσιολογικά σάκχαρα νηστείας, όταν όμως απαιτείται αυξημένη ορμονική έκκριση και βιοχημική επεξεργασία του σακχάρου λόγω αυξημένης εισόδου σακχάρων στον οργανισμό, εκείνος δεν δύναται να ανταποκριθεί.

Αυξημένη είσοδος εξωγενών σακχάρων στον οργανισμό συμβαίνει κλασσικά στην περίπτωση των γευμάτων. Μετά από την λήψη γεύματος, το επίπεδο του σακχάρου του αίματος τείνει να αυξηθεί, υπό φυσιολογικές συνθήκες, λόγω των σακχάρων των τροφών που εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της πέψης και της διαδικασίας της απορρόφησης. Η γλυκόζη που απορροφάται στο αίμα μετά το γεύμα ωστόσο προκαλεί υπό φυσιολογικές συνθήκες γρήγορη χρησιμοποίησή της από τα κύτταρα του σώματος με αποτέλεσμα η γλυκόζη του αίματος να μην ανέρχεται σε παθολογικά επίπεδα στο φυσιολογικό άτομο. Σημαντικός είναι και ο ρόλος ορμονών του γαστρεντερικού συστήματος, όπως της γαστρίνης, εκκριματίνης, χολοκυστοκινίνης, γαστρικού ανασταλτικού πεπτιδίου, που απελευθερώνονται στον γαστρεντερικό σωλήνα μετά την λήψη γεύματος και προκαλούν προκαταρτικές αυξήσεις της παραγόμενης από το πάγκρεας ινσουλίνης. Στην τελική ρύθμιση των επιπέδων του σακχάρου μεταγευματικά σημαντικός είναι ο ρόλος θρεπτικών ουσιών, ορμονών, νευροδιαβιβαστών και πεπτιδίων όπως της GLP-1, της γλυκαγόνης, της GLUT2. Σημαντική εργαστηριακή δοκιμασία διάγνωσης του μεταγευματικού διαβήτη είναι η χορήγηση διαλύματος γλυκόζης και η διαδοχική μέτρηση των επιπέδων σακχάρου. Η δοκιμασία αυτή λέγεται δοκιμασία ανοχής γλυκόζης.

Ο μεταγευματικός διαβήτης είναι μια πολυσυστηματική νόσος, που βλάπτει όλα τα όργανα του οργανισμού: Καταστρέφει τα μάτια, την καρδιά, τον νεφρό, τον εγκέφαλο, τα αγγεία, τα νεύρα. Ο μεταγευματικός διαβήτης είναι ύπουλη νόσος διότι στα αρχικά στάδια δεν εμφανίζει συμπτώματα, ενώ οι ασθενείς εύκολα επαναπαύονται από τις φυσιολογικές τιμές των πρωινών σακχάρων υποεκτιμώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης. Τα πρωινά σάκχαρα σε αντίθεση με τις μετρήσεις της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, δεν χρησιμοποιούνται ως δείκτης καλής μεταβολικής ρύθμισης στο μεταγευματικό διαβήτη, διότι η ικανότητα του οργανισμού να επεξαργάζεται το σάκχαρο σε συνθήκες χαμηλής προσφοράς δεν διαταράσσεται ιδιαίτερα.

Σήμερα υπάρχει σύγχρονη, αποτελεσματική θεραπεία του μεταγευματικού διαβήτη, που περιλαμβάνει φάρμακα και κατάλληλη διατροφή. Η άσκηση, η απώλεια του υπερβάλλοντος βάρους, η διατήρηση χαμηλών επιπέδων LDL χοληστερόλης και αρτηριακής πίεσης σε ιδανικά κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα είναι σημαντικά για την πρόληψη των σοβαρών επιπλοκών.