Εμπειρίες εκτός σώματος

  • Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν ζήσει την εμπειρία να βρίσκονται εκτός σώματος και να βλέπουν από ψηλά τον εαυτό τους
  • Πολλοί κυρίως ασθενείς περιέγραψαν την εμπειρία σαν να έβλεπαν τον εαυτό τους από κάποιο ύψος, να βρίσκεται ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Πρόσθετη διέγερση προκάλεσε στους ασθενείς να αισθανθούν ότι τα χέρια τους και τα πόδια τους κινούνται προς το σώμα τους, ακόμα και αν ολόκληρο το σώμα τους ήταν σταθερό. Η εμπειρία, εντούτοις, ήταν παροδική και εξαφανίστηκε όταν οι ασθενείς προσπάθησαν να διαπιστώσουν την παραίσθηση
  • Τρέλα και αυτό. Άραγε μόνο σε ασθενείς; Στους μη ασθενείς αν έχει παρατηρηθεί κάτι τέτοιο ήταν στην ώρα του ύπνου; Η λίγο πριν κοιμηθούν; Φαντάζομαι ότι για να νιώσουν κάτι τέτοιο θα πρέπει το σώμα τους να έχει χαλαρώσει υπερβολικά. Θα ήθελα να το ζήσω (χωρίς συνέπειες βέβαια).


Οι τρεις αυτές, καθώς και πολλές άλλες καταχωρήσεις στο διαδίκτυο, αποτελούν κίνητρο για να ασχοληθούμε με κάπως περισσότερη προσοχή με αυτά τα φαινόμενα που περιγράφονται ως μεταθανάτιες, ή παραθανάτιες είτε και περιθανάτιες εμπειρίες!

Καταρχήν, αναφορικά με αυτούς τους όρους που χρησιμοποιήθηκαν από διαφόρους για την περιγραφή αυτών των φαινομένων έχω να παρατηρήσω ότι ο χαρακτηρισμός τους ως μεταθανάτιων εμπειριών δεν δικαιολογείται, είναι δε και παραπλανητικός, καθόσον οι εμπειρίες αυτές δεν είναι καθόλου μεταθανάτιες, γιατί απλούστατα τα άτομα που έχουν αυτού του είδους τις εμπειρίες εξακολουθούν να ζουν και να τις διηγούνται.

Συνεπώς, οι εμπειρίες τους δεν είναι μεταθανάτιες. Όσον αφορά τους άλλους δυο χαρακτηρισμούς πρακτικά δεν νομίζω ότι υπάρχει μεταξύ τους ουσιαστική διαφορά. Και στις δυο περιπτώσεις υποδηλώνουν φαινόμενα που μπορεί να συνοδεύουν εμπειρίες ενός ατόμου που βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, τον οποίο τελικά αποφεύγει είτε αυτόματα, χωρίς καμιά ιατρική είτε άλλη επέμβαση, είτε και με επιτυχή σωστική ιατρική επέμβαση ανάνηψης.

Οι εμπειρίες αυτές φαίνεται ότι είναι υπαρκτές αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα τις θεωρήσουμε ότι δημιουργούνται με τον ίδιο μηχανισμό που παράγονται και τα όνειρα. Το περίεργο όμως είναι ότι η λέξη ‘όνειρο’ σε ένα βιβλίο των 300 περίπου σελίδων δεν αναφέρεται ούτε μια φορά από κάποιον συγγραφέα, ο οποίος επιχειρεί περιγραφή των φαινομένων αυτών, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για …επιτυχημένο ψυχίατρο.

Η συνηθέστερη λοιπόν ‘εμπειρία’ αυτού του είδους υποτίθεται ότι συνίσταται στο ότι το άτομο έχει την εντύπωση ότι βρίσκεται μέσα σε μια σκοτεινή σήραγγα, στο ένα άκρο της οποίας υπάρχει το φωτεινό στόμιό της. Στις περισσότερες περιπτώσεις το ‘όραμα’ περιορίζεται σ’ αυτά τα πλαίσια.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που το άτομο διέρχεται μέσα από το φωτεινό στόμιο της σήραγγας και ξαφνικά βρίσκεται μέσα σε ένα ονειρεμένο περιβάλλον με πολλά και πολύχρωμα άνθη, πίδακες και καταρράκτες με κρυστάλλινο νερό, πισίνες, κλπ.

Επίσης δεν είναι σπάνιες και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό το άτομο συναντά μέσα στο περιβάλλον αυτό ένα είτε και περισσότερα προσφιλή του πρόσωπα που υποτίθεται ότι έχουν πεθάνει πρόσφατα είτε και από παλιά, και τα οποία άτομα τον καλωσορίζουν στον ‘άλλο αυτό κόσμο’ στον οποίο και έχει φτάσει, διερχόμενος μέσα από τη σκοτεινή σήραγγα.

Την εμπειρία αυτή υποτίθεται, κατά τη γνώμη αυτών που ασχολήθηκαν με αυτό το αντικείμενο, ότι την βιώνει το ‘άϋλο πνεύμα’ ή άλλως ‘η ψυχή’ αυτού που τη διηγείται, και η οποία ψυχή, για κάποιο χρονικό διάστημα είχε αποχωριστεί από το σώμα και περιπλανιότανε, συνήθως πάνω από το ‘νεκρό’ σώμα, το οποίο μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις το ‘βλέπει’ να κείται σε κατάσταση πλήρους ακινησίας σε κρεβάτι, ντιβάνι, είτε και σε χειρουργική τράπεζα.

Στις περιπτώσεις αυτές μάλιστα αυτή η ‘ψυχή’ παρακολουθεί (βλέπει) συνήθως από το ύψος του ταβανιού δωματίου είτε χειρουργείου τις δραστηριότητες ατόμων (χειρουργών, κλπ) είτε ακόμα και ‘ακούει’ τις συνομιλίες τους. Σε άλλες περιπτώσεις αυτή η ‘ψυχή’ παρακολουθεί (παρατηρεί, βλέπει) πρόσωπα σε διαδρόμους είτε ακόμα και σε εξόδους τους από το οίκημα, πάντα από κάποιο ύψος πάνω από τα κεφάλια τους.

Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι εδώ τα πράγματα αρχίζουν να λαμβάνουν κάποια σοβαροφάνεια, γεγονός που μας εξαναγκάζει να τα διερευνήσουμε με λογική σκέψη, και κάτω από το φως των επιστημονικών δεδομένων.

Σύμφωνα με την κοινή λογική, αλλά και τα επιστημονικά δεδομένα, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι άϋλο ‘σύστημα’ που να διαθέτει λογική (είτε ακόμα και παρανοϊκή) σκέψη, στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να υπάρχει γιατί απλούστατα η σκέψη, είναι μια διεργασία που επιτελείται μόνο από ένα πάρα πολύ πολύπλοκο σύστημα από πολλά δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα, με πολλά τρισεκατομμύρια συνδέσεις μεταξύ τους, που λειτουργεί σαν ένας υπερυπολογιστής και ο οποίος κοινώς αποκαλείται εγκέφαλος.

Και αυτός ο εγκέφαλος,στις προκείμενες περιπτώσεις είναι προφανές ότι δεν ακολουθεί την άυλη ψυχή που υπερίπταται του σώματος, αλλά εξακολουθεί να παραμένει μέσα στο κρανίο του ατόμου που βιώνει αυτές τις ‘εμπειρίες’.

Αυτό το σύστημα τροφοδοτείται συνεχώς από δεδομένα που προέρχονται από το περιβάλλον, καθώς και από όλα τα σημεία και όργανα του σώματος, Η τροφοδοσία αυτή επιτελείται με το κεντρομόλο τμήμα του νευρικού μας συστήματος με ένα μάλλον απλό μηχανισμό.

Ο μηχανισμός με τον οποίο τα νευρικά κύτταρα επικοινωνούν μεταξύ τους είναι μάλλον απλός και είναι ο ακόλουθος: Κάθε νευρικό κύτταρο διαθέτει μια μόνο φυγόκεντρη αποφυάδα, (τον νευρίτη), δηλαδή μια νευρική ίνα με την οποία αποστέλλονται νευρικές ώσεις από το σώμα του νευρικού κυττάρου προς άλλο νευρικό ή νευρικά κύτταρα, για να προκληθεί η λειτουργία τους είτε η αναστολή της λειτουργίας τους, καθώς και μεταβολή της διεγερσιμότητάς τους, είτε και προς κάποιο εκτελεστικό όργανο, π.χ.

σε μυϊκές ίνες (σε ένα μυ) για να προκληθεί η συστολή τους, είτε σε ένα ή περισσότερα εκκριτικά κύτταρα για να προκληθεί είτε και να ανασταλεί η έκκριση του εκκρίματος αυτών των κυττάρων.

Επιπλέον, το κάθε νευρικό κύτταρο διαθέτει μια είτε και περισσότερες κεντρομόλες αποφυάδες (νευρικές ίνες, δενδρίτες) με τις οποίες δέχεται επιδράσεις που προέρχονται από άλλα νευρικά κύτταρα είτε από ειδικούς υποδοχείς (π.χ.

υποδοχείς για το θερμό, το ψυχρό, την αφή, την πίεση, τον κνησμό, τον γαργαλισμό, τη γενετήσια αίσθηση, τον πόνο, κλπ). Οι αποφυάδες αυτές των νευρικών κυττάρων (που αποκαλούνται νευρικές ίνες) μπορεί να έχουν μήκος από πολύ μικρό (μικροσκοπικό) ως και περισσότερο από ένα μέτρο.

Ο μηχανισμός με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η επικοινωνία είναι πάρα πολύ απλός. Οι νευρικές ίνες, δηλ. οι νευρίτες και οι δενδρίτες καλύπτονται βέβαια από κυτταρική μεμβράνη, η οποία αποτελεί κυλινδροειδή προέκταση της κυτταρικής μεμβράνης του νευρικού κυττάρου.

Με τη συνεχή λειτουργία διαφόρων ‘αντλιών ιόντων’ σ’ αυτή τη μεμβράνη, διατηρείται μεταξύ της εξωτερικής και της εσωτερικής επιφάνειάς της μια διαφορά ηλεκτρικού δυναμικού (θετικό φορτίο στην εξωτερική επιφάνεια και αρνητικό φορτίο στην εσωτερική της επιφάνεια).

Το σήμα λοιπόν που το κύτταρο εκπέμπει με τον νευρίτη του προς άλλα νευρικά κύτταρα και σε εκτελεστικά όργανα συνίσταται σε ένα κύμα αναστροφής αυτής της ηλεκτρικής διπλοστιβάδας, το οποίο αρχίζει από το σημείο της έκφυσης της νευρικής ίνας από το νευρικό κύτταρο, και φέρεται κατά μήκος αυτής της νευρικής ίνας μέχρι την απόληξή της.

(Αυτό το κύμα ηλεκτραρνητικότητας καλείται νευρική ώση).

Εκεί πέρα, το ηλεκτρικό αυτό ερέθισμα προκαλεί (συνήθως) την απελευθέρωση από την απόληξη αυτής της νευρικής ίνας μιας ειδικής διαβιβαστικής ουσίας, η οποία επιδρά στην κυτταρική μεμβράνη του εκτελεστικού κυττάρου και προκαλεί την αύξηση (όδωση) είτε την ελάττωση (αναστολή) της διεγερσιμότητάς του, είτε και την πλήρη διέγερση αυτού του κυττάρου (αναστροφή της ηλεκτρικής του διπλοστιβάδας).

Ολόκληρο το συγκρότημα της νευρικής απόληξης της νευρικής ίνας καθώς και της περιοχής της κυτταρικής μεμβράνης του εκτελεστικού κυττάρου, με όλους τους τοπικούς μηχανισμούς οι οποίοι λειτουργούν για την επίδραση της νευρικής ίνας σε άλλο κύτταρο κλπ, χαρακτηρίζεται ως ‘σύναψη’.

Η σύναψη μπορεί να είναι διεγερτική είτε και ανασταλτική για το εκτελεστικό κύτταρο, δηλ. η νευρική ώση, όταν φτάσει στη σύναψη μπορεί να προκαλέσει τελικά αύξηση της διεγερσιμότητας του υποκειμένου κυττάρου, διέγερση αυτού του κυττάρου είτε περιορισμό της διεγερσιμότητάς του, ακόμα και την πλήρη αναστολή της λειτουργίας του.

Όσον αφορά τις κεντρομόλες νευρικές ίνες, δηλαδή αυτές που άγουν (φέρουν) νευρικές ώσεις από τα διάφορα αισθητήρια όργανα προς τον νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο, ο μηχανισμός λειτουργίας τους είναι ο ακόλουθος: Το κυτταρικό σώμα, δηλαδή το πρώτο στη σειρά νευρικό κύτταρο, βρίσκεται σε ένα από τα πολλά αισθητικά γάγγλια που υπάρχουν κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, είτε σε γάγγλιο που βρίσκεται κάπου στο κρανίο, όχι όμως μέσα στον εγκέφαλο.

Από το κάθε ένα από αυτά τα νευρικά κύτταρα (που χαρακτηρίζονται ως ψευδομονόπολα) εκφύεται μια αποφυάδα (νευρική ίνα), η οποία φέρεται μέσα σε νεύρο μαζί με χιλιάδες άλλες τέτοιες ίνες, προς το αισθητήριο όργανο που εξυπηρετεί και εκεί πραγματοποιεί σύναψη με αισθητικό υποδοχέα κατ΄ ευθείαν, είτε με τη μεσολάβηση τοπικού νευρικού κυκλώματος.

Με την ίνα αυτή φέρονται οι νευρικές ώσεις που προέρχονται από το αισθητήριο όργανο προς το μητρικό κύτταρο που βρίσκεται μέσα στο αισθητικό γάγγλιο.

Από σημείο που βρίσκεται πολύ κοντά στην αρχή αυτής της νευρικής ίνας εκφύεται ένας κλάδος της (μια νευρική ίνα), η οποία εισέρχεται στο νωτιαίο μυελό είτε στον εγκέφαλο και πραγματοποιεί σύναψη με άλλο (είτε άλλα) νευρικά κύτταρα

Η συχνότητα των αλλεπάλληλων νευρικών ώσεων που άγονται με μια νευρική ίνα μπορεί να κυμαίνεται, ανάλογα με το είδος της νευρικής ίνας και άλλους παράγοντες, από πολύ λίγες ώσεις ανά sec μέχρι και γύρω στις 600 ώσεις /sec, η δε ταχύτητα αγωγής αυτών των ώσεων κατά μήκος της νευρικής ίνας, ανάλογα με το είδος και τη λειτουργία της νευρικής ίνας μπορεί να κυμαίνεται από περίπου μισό μέτρο/sec μέχρι και 120 μέτρα/sec.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι νευρικές ώσεις που προέρχονται από τα διάφορα αισθητήρια όργανα του σώματος δεν φαίνεται να διαφέρουν μεταξύ τους ανάλογα με την αίσθηση που άγουν προς τον εγκέφαλο. Αντίθετα, οι νευρικές αυτές ώσεις είναι σε όλες τις περιπτώσεις όμοιες μεταξύ τους και συγκεκριμένα πρόκειται για αλλεπάλληλα κύματα ηλεκτραρνητικότητας της κυτταρικής μεμβράνης που περιβάλλει τη νευρική ίνα, και τα οποία κύματα διατρέχουν τη νευρική ίνα από το σημείο της επαφής της με τον αισθητικό υποδοχέα μέχρι τη σύναψη του νευρίτη της πρώτης αισθητικής νευράδας με το επόμενο νευρικό κύτταρο.

Το είδος της αίσθησης που προκαλείται τελικά εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το νευρικό κέντρο του εγκεφάλου προς το οποίο τελικά αποδίδονται αυτές οι νευρικές ώσεις.

Μέσα στον εγκέφαλο υφίσταται η δυνατότητα μεγίστου αριθμού νευρικών κυττάρων να επικοινωνεί το καθένα από αυτά τα κύτταρα συγχρόνως με άλλα 10.000 περίπου νευρικά κύτταρα

 Πώς πραγματοποιείται μια αίσθηση

  • Απαιτείται η ύπαρξη ειδικού υποδοχέα και κατάλληλη σύναψη αυτού του υποδοχέα με την ειδική απόληξη κεντρομόλου νευρικής ίνας (Σημ. Το αίσθημα του πόνου αποτελεί τη μοναδική αίσθηση η οποία πραγματοποιείται χωρίς τη μεσολάβηση ειδικού υποδοχέα, καθόσον τα πολλά και διάφορα ερεθίσματα που μπορούν να προκαλούν το αίσθημα του πόνου επιδρούν και διεγείρουν απ’ ευθείας τις γυμνές απολήξεις των ειδικών νευρικών ινών που άγουν το αίσθημα του πόνου!)
  • Η αγωγή των νευρικών ώσεων, που παράγονται με την επίδραση του ερεθίσματος στον υποδοχέα κατά μήκος της κεντρομόλου αυτής νευρικής ίνας μέχρι του μητρικού αισθητικού νευρικού κυττάρου (πρώτη αισθητική νευράδα) και η συνέχιση της πορείας αυτής της νευρικής ώσης προς άλλα νευρικά κύτταρα του νωτιαίου μυελού είτε πυρήνων του εγκεφάλου (δεύτερη αισθητική νευράδα) επιτελείται με τη νευρική ίνα που εκφύεται ως κλάδος της κεντρομόλου νευρικής ίνας, από σημείο που βρίσκεται πολύ κοντά στο ψευδομονόπολο νευρικό κύτταρο
  • Η εκπομπή από αυτά τα νευρικά κύτταρα (τρίτη στη σειρά αισθητική νευράδα) νευρικών ώσεων που καταλήγουν σε άλλα νευρικά κύτταρα (και πολύπλοκα νευρικά κυκλώματα ) τα οποία βρίσκονται σε εξειδικευμένα εγκεφαλικά πεδία στο φλοιό του εγκεφάλου.

Χωρίς την παρουσία και τη λειτουργία αυτών των αισθητικών νευρικών οδών και των ειδικών εγκεφαλικών κέντρων, αυτό που ονομάζουμε ‘αίσθηση’ (τόσο οι σωματικές αισθήσεις – αφή, πίεση, θερμό, ψυχρό, κνησμός, γαργαλισμός, γενετήσια αίσθηση, αίσθημα έπειξης για αφόδευση είτε ούρηση, είτε πόνος - όσο και οι ειδικές αισθήσεις –όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση) δεν είναι δυνατόν να επιτελούνται και συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για την παρουσία και την πραγματοποίησή τους χωρίς την ύπαρξη και τη λειτουργία του σώματος και του νευρικού του συστήματος.

Οι άϋλες και ασώματες πνευματικές οντότητες όπως υποτίθεται ότι είναι το ‘πνεύμα’ είτε η ‘ψυχή’ δεν μπορούν να έχουν αίσθηση ούτε βέβαια και διανόηση γιατί δεν διαθέτουν εγκέφαλο και γενικότερα νευρικό σύστημα.

Αυτό το άρθρο θα μπορούσε βέβαια να τελειώνει σ’ αυτό το σημείο. Επειδή όμως σε αυτά τα φαινόμενα για τα οποία μιλάμε εμπλέκεται, κατά κύριο λόγο, η αίσθηση της όρασης, θεωρώ σκόπιμο να αναλύσω, όσο μπορώ απλούστερα την ιδιαιτερότητα αυτής της αίσθησης για να καταστήσω την επιχειρηματολογία μου περισσότερο ισχυρή και …ακλόνητη!

Λοιπόν, η αίσθηση της όρασης αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια εξαίρεση του κανόνα, γιατί το αντικείμενο αυτής της αίσθησης δεν υπάρχει πουθενά γύρω μας και έτσι δεν μπορεί να επηρεάζει υποδοχείς που με τη σειρά τους ενεργοποιούν νευρικά κύτταρα στον εγκέφαλο για τη δημιουργία αυτού του φαινομένου της αίσθησης.

Για παράδειγμα, η αίσθηση της γεύσης πραγματοποιείται γιατί διάφορες ουσίες έρχονται σε επαφή με τους κατάλληλους υποδοχείς που βρίσκονται κατά κύριο λόγο στη γλώσσα.

Η καθεμιά απ’ αυτές τις ουσίες ενεργοποιεί τους κατάλληλους υποδοχείς και από εκεί και πέρα οι ειδικές διεργασίες ακολουθούν το δρόμο τους για να έχουμε εμείς το αίσθημα του γλυκού, του ξινού, του αλμυρού, του πικρού και των διάφορων συνδυασμών τους.

 Με παρόμοιο τρόπο λειτουργούν, για παράδειγμα η αίσθηση της αφής, της πίεσης, του πόνου, της θερμοκρασίας, κλπ. Τι συμβαίνει όμως με την όραση; Εδώ τα πράγματα μπερδεύονται γιατί το αντικείμενο της όρασης δεν υπάρχει πουθενά.

Αυτό που βλέπουμε δεν υπάρχει αυτούσιο στο περιβάλλον. Πράγματι, εκεί έξω, από την άποψη της παρουσίας των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων κυριαρχεί το χάος. Ολόκληρο το περιβάλλον κατακλύζεται από ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που αρχίζει από πολύ υψηλές συχνότητες, με αποτέλεσμα το απειροελάχιστο μήκος κύματος, και φτάνει σε σχετικά μικρές συχνότητες, με μεγάλο μήκος κύματος.

(Εδώ δεν επεκτείνομαι και σε άλλης φύσεως ακτινοβολίες γιατί αυτές δεν έχουν καμιά σχέση με την αίσθηση της όρασης

 Η συμπεριφορά όλων αυτών των ακτινοβολιών κατά μέγα μέρος εξαρτάται από το μήκος κύματός τους, δηλαδή άλλες αντανακλώνται σχεδόν πλήρως από τις επιφάνειες στις οποίες προσπίπτουν, άλλες υφίστανται πλήρη απορρόφηση από τα διάφορα υλικά σώματα, άλλες διέρχονται μέσα από υλικά σώματα χωρίς ουσιώδη απορρόφηση, κλπ.

Ένα πάρα πολύ μικρό τμήμα του φάσματος όλων αυτών των ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών είναι αυτό που χαρακτηρίζουμε ως ‘φωτεινή ακτινοβολία.’ Ο χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η ακτινοβολία είναι εκείνη που αποτελεί το ερέθισμα για τη γένεση αυτής της αίσθησης που καλείται όραση.

 Η ακτινοβολία όμως αυτή διακινείται μέσα στο χώρο προς όλες τις κατευθύνσεις εξαιτίας των πολλαπλών αντανακλάσεών της από τις επιφάνειες των διαφόρων αντικειμένων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να προσφέρει στοιχεία που να είναι χρήσιμα για τη δημιουργία εικόνας.

Με απλά λόγια, γύρω μας επικρατεί ένα χάος που μέσα του διακινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες με συχνότητες από πολύ μικρές μέχρι και πάρα πολύ μεγάλες. Βέβαια φως δεν υπάρχει πουθενά.

 Γύρω μας δεν υπάρχει τίποτε άλλο από ένα απέραντο σκοτάδι. Η έννοια του φωττός αποτελεί υποκειμενικό μας μόνο αίσθημα το οποίο παράγεται μόνο με τη λειτουργία ειδικού εγκεφαλικού κέντρου (κέντρο όρασης) μετά από την επίδραση νευρικών ώσεων που προέρχονται από το ειδικό όργανο για την όραση, δηλαδή από τον οφθαλμό.

Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο υπεισέρχεται το καταπληκτικό αυτό όργανο που καλείται οφθαλμός. Πράγματι, ο οφθαλμός, με απόλυτα φυσικά μέσα πραγματοποιεί αυτό που διαφορετικά θα ήταν πράγματι ακατόρθωτο. Από το χάος που επικρατεί γύρω μας, με απλούστατο τρόπο, ο οφθαλμός με εντελώς φυσικά μέσα, δημιουργεί μια σαφή, ευκρινή εικόνα του εξωτερικού μας περιβάλλοντος που ατενίζουμε σε εκάστη στιγμή.

Η εικόνα αυτή αποτελεί το αρχικό στοιχείο από το οποίο τελικά, με την κατάλληλη επεξεργασία πραγματοποιείται η αίσθηση της όρασης.

Αυτό πραγματοποιείται ως εξής: Ο οφθαλμός αποτελείται από μια σφαιρική κοιλότητα, με τοίχωμα αδιαπέραστο από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που χαρακτηρίζεται ως ‘φωτεινή’ ακτινοβολία. Στο πρόσθιο μέρος του οφθαλμού υπάρχει μια μικρή οπή, (η κόρη του οφθαλμού), η οποία καλύπτεται από διαφανές τοίχωμα, δηλαδή από τοίχωμα μέσα από το οποίο η ‘φωτεινή’ ακτινοβολία μπορεί να διέρχεται σχεδόν χωρίς κανένα κώλυμα.

Μάλιστα, η εξωτερική επιφάνεια αυτού του διαφανούς τοιχώματος έχει διαφορετική καμπυλότητα από την εσωτερική του επιφάνεια, με αποτέλεσμα αυτό να συμπεριφέρεται ως συγκεντρωτικός φακός για τις ‘φωτεινές’ ακτίνες.

Με αυτή τη διάταξη ο οφθαλμός συμπεριφέρεται σαν ένα κουτί με αδιαφανή τοιχώματα, που στη μια του πλευρά έχει μια μικρή οπή. Τα ηλεκρομαγνητικά κύματα που χαρακτηρίζονται ως ‘φωτεινές ακτίνες,’ μαζί με πλήθος άλλων ακτινοβολιών που δεν μας χρειάζονται για την όραση κλπ, που φθάνουν με την κατάλληλη κατεύθυνση σ’ αυτή την οπή (την κόρη του ματιού), διέρχονται ελεύθερα προς το εσωτερικό του και με τη βοήθεια του κερατοειδή που λειτουργεί σαν φακός, καθώς και με την παρουσία άλλου ενός φακού που βρίσκεται πίσω απ’ αυτόν, σχηματίζουν στην εσωτερική επιφάνεια του οπίσθιου τοιχώματος του οφθαλμού μια ‘εικόνα’ των αντικειμένων από τα οποία εκπέμπεται αυτή η ακτινοβολία, όπως ακριβώς συμβαίνει και σε μια οποιαδήποτε φωτογραφική μηχανή.

Από αυτό το σημείο και μετά το πρόβλημα συνίσταται στη μεταφορά αυτού του σήματος στα κατάλληλα κέντρα του εγκεφάλου.

Αυτή η επιφάνεια του οπίσθιου τοιχώματος του οφθαλμού επενδύεται από τον αμφιβληστροειδή χιτώνα, δηλαδή από ένα στρώμα από ειδικά κύτταρα-φωτο-υποδοχείς, καθώς και από άλλα νευρικά κύτταρα που σχηματίζουν πολύπλοκα τοπικά νευρικά κυκλώματα, παρόμοια με αυτά που υπάρχουν στο φλοιό του εγκεφάλου.

Τα κύτταρα –φωτοϋποδοχείς είναι δυο ειδών: τα ραβδία και τα κωνία. Τα ραβδία είναι περίπου 120 εκατομμύρια, τα δε κωνία 5 ως 7 εκατομμύρια.

Τα ραβδία είναι φωτοϋποδοχείς, δηλαδή κύτταρα που ενεργοποιούνται από ηλεκτρομαγνητικά κύματα που χαρακτηρίζονται ως ‘φως,’ χωρίς να εμφανίζουν ιδιαίτερη ευαισθησία για ορισμένες περιοχές του φωτεινού φάσματος, δηλ. δεν μπορούν να πραγματοποιούν διακρίσεις όσον αφορά τα διάφορα χρώματα.

Απλά ενεργοποιούνται από τη φωτεινότητα και βέβαια, ανάλογα με την ένταση αυτής της φωτεινότητας το καθένα από αυτά εκπέμπει νευρικές ώσεις με μεγαλύτερη ή μικρότερη συχνότητα.

Τα κωνία είναι επίσης φωτοϋποδοχείς, ανάλογα δε με την περιοχή του φωτεινού φάσματος από την οποία ενεργοποιούνται διακρίνονται σε τρία είδη: αυτά που ενεργοποιούνται από τα μεγαλύτερα μήκη κύματος που καθίστανται ορατά ως ερυθρό χρώμα, αυτά που ενεργοποιούνται από τα μέσου μήκους κύματος, που καθίστανται ορατά ως κίτρινο χρώμα και αυτά που ενεργοποιούνται από τα μικρού μήκους κύματος, που καθίστανται ορατά ως κυανό χρώμα (γαλάζιο).

Οι νευρικές αυτές ώσεις τροφοδοτούνται προς πολλά άλλα νευρικά κύτταρα που βρίσκονται επίσης μέσα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, και τα οποία με πολύπλοκες μεταξύ τους διασυνδέσεις σχηματίζουν ένα ‘μικρό εγκέφαλο’ που χρησιμοποιείται τοπικά για την ‘επεξεργασία’ των νευρικών ώσεων που εκπέμπονται από τα ραβδία και τα κωνία.

Μετά από αυτή τη διεργασία, οι νευρικές ώσεις τροφοδοτούνται σε μιά άλλη σειρά από νευρικά κύτταρα από τα οποία εκφύονται οι νευρικές ίνες που σχηματίζουν το οπτικό νεύρο (ένα από τον κάθε οφθαλμό). Το οπτικό αυτό νεύρο περιέχει περίπου ένα εκατομμύριο νευρικές ίνες, με τις οποίες το επεξεργασμένο πλέον οπτικό σήμα μεταδίδεται προς τον εγκέφαλο για τη δημιουργία της αίσθησης της όρασης.

Στο σημείο αυτό οφείλω να τονίσω το γεγονός ότι όλα τα σήματα (οι νευρικές ώσεις) που προέρχονται από περίπου 125 εκατομμύρια φωτοϋποδοχείς (κωνία και ραβδία) υφίστανται στο επίπεδο του αμφιβληστροειδή χιτώνα μια πολύ δραστική και εξόχως αποτελεσματική επεξεργασία, το αποτέλεσμα της οποίας συνίσταται στο ότι όλοι αυτοί οι φωτοϋποδοχείς (125 εκατομμύρια) να αποστέλλουν το προϊόν της λειτουργίας τους προς τον εγκέφαλο κωδικοποιημένο, με μόνο ένα εκατομμύριο νευρικές ίνες.

 Βέβαια, η παραπάνω περιγραφή του μηχανισμού της αίσθησης της όρασης δεν εξαντλεί πλήρως αυτό το θέμα, αλλά νομίζω ότι παρέχει μια πολύ σαφή εικόνα για το τι πράγματι απαιτείται για την πραγματοποίηση αυτής της αίσθησης.

Παρέχονται δε με αυτή την περιγραφή όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για να καταστεί σαφές ότι αίσθηση όρασης δεν είναι δυνατό να διαθέτει κανένα άυλο ον, όπως υποτίθεται ότι είναι το ανθρώπινο ‘πνεύμα’ είτε η ‘αθάνατη ψυχή.’

Αυτή δε τη διαπίστωση μπορούμε αδίστακτα να την επεκτείνουμε και σε όλα ανεξαιρέτως τα άϋλα όντα τα οποία υποτίθεται ότι κατοικοεδρεύουν σε ολόκληρο το Σύμπαν. Όραση χωρίς την παρουσία και τη λειτουργία υλικού οφθαλμού, με ολόκληρο τον υποκείμενο νευρολογικό μηχανισμό δεν μπορεί να υπάρξει.

Συνεπώς όλες αυτές οι εμπειρίες δεν μπορεί να αφορούν καμιά άϋλη ψυχή ή πνεύμα αλλά τον εγκέφαλο του ατόμου που απλά ονειρεύεται όταν η φυσιολογική του λειτουργία παρακωλύεται από δυσχερείς συνθήκες, όπως είναι, για παράδειγμα, η ένδεια οξυγόνου, κλπ.