Η αναγούλα είναι παθολογικό σύμπτωμα που χαρακτηρίζεται από ναυτία και αναγωγή άπεπτου περιεχόμενου από το στομάχι.

Παθοφυσιολογικώς, κεντρικά και περιφερικά ερεθίσματα ενεργοποιούν υποδοχείς, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του αισθήματος της ναυτίας και της τάσης αποβολής άπεπτης τροφής. Η ενεργοποίηση αυτή δεν είναι τόσο ισχυρή ώστε να προκληθεί έμετος.

Τα ερεθίσματα που είναι υπεύθυνα για την ενεργοποίηση, καθώς και οι θέσεις ενεργοποίησης εμφανίζουν αξιοσημείωτη ποικιλία.

Για παράδειγμα, χαρακτηριστική είναι στην περίπτωση μικροβιακών και μεταβολικών τοξινών η ενεργοποίηση κέντρων στον προμήκη, ενώ σε περιπτώσεις δυσπεψίας η διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου στην κοιλιά.

Φυσιολογικές καταστάσεις, όπως το άγχος, η κύηση και οι δυσάρεστες σκέψεις μπορεί να ευθύνονται για την ενεργοποίηση.

Κοινά νοσήματα και παθολογικοί παράγοντες που προκαλούν αναγούλα είναι :

Νοσήματα και καταστάσεις που επηρεάζουν την κοιλιά

Κάθε νόσημα και παθολογική διαταραχή που προκαλεί διαταραχή της πέψης ή της κινητικότητας του γαστρεντερικού συστήματος ή απόφραξη του εντέρου μπορεί να προκαλέσει αναγούλα.

Τα νοσήματα και οι παθολογικές διαταραχές της κατηγορίας, μπορεί να μην εντοπίζονται στην κοιλιά, αλλά να επηρεάζουν τα όργανα της κοιλιάς «δευτεροπαθώς». Έτσι για παράδειγμα, αναγούλα μπορεί να προκληθεί από γαστρίτιδα, γαστρεντερίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση ή ειλεό, αλλά και από ιώσεις, διαβήτη, παθήσεις του εγκεφάλου ή ορμονικά προβλήματα.

Φάρμακα

Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της κατηγορίας και συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και η κορτιζόνη.

Ψυχιατρικά νοσήματα

Ψυχιατρικά νοσήματα (π.χ. ψύχωση) μπορεί να προκαλούν αναγούλες.

Η σωστή ιατρική εξέταση έχει ζωτική σημασία. Ο τύπος της διαταραχής σε συνδυασμό με τα ευρήματα από την ιατρική εξέταση και το ιατρικό ιστορικό κατευθύνουν τη διάγνωση και τη σωστή θεραπεία.