Η θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος ελέγχεται από τον υποθάλαμο του εγκεφάλου στον οποίο βρίσκονται τα θερμορυθμιστικά κέντρα. Το θερμορυθμιστικό κέντρο στο φυσιολογικό άτομο, διατηρεί την θερμοκρασία του σώματος σταθερή, παρά τις περιβαλλοντικές αλλαγές, διότι εξισορροπεί τις διαταραχές θερμοκρασίας που μπορεί να προκύψουν από την μεταβολική δραστηριότητα του σώματος και την διακύμανση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα ιατρικών επιστημονικών μελετών, σε υγιή άτομα ηλικίας 18 έως 40 ετών, η μέση θερμοκρασία του στόματος είναι 36,8 + - 0,4 βαθμοί Κελσίου, με χαμηλότερα επίπεδα στις έξι το πρωί και υψηλότερα το απόγευμα στις τέσσερις με έξι το απόγευμα.

Η μέγιστη φυσιολογική θερμοκρασία του στόματος είναι 37,2 στις έξι το πρωί και 37,7 στις τέσσερις το απόγευμα.

Ο πυρετός λοιπόν ορίζεται ως θερμοκρασία. άνω του 37,2 κατά τις πρωινές ώρες και ως θερμοκρασία άνω του 37,7 από το στόμα, κατά τις απογευματινές ώρες. Η φυσιολογική ημερήσια διακύμανση είναι 0.5-1 βαθμό Κελσίου. Οι θερμοκρασίες στη μασχάλη είναι κατά μισό βαθμό χαμηλότερες από τις προαναφερόμενες, στο στόμα.

Όσο μεγαλώνει η ηλικία, μειώνεται η ικανότητα αύξησης της θερμοκρασίας του σώματος. Σε γυναίκες με εμμηνορρυσία, η πρωινή θερμοκρασία είναι γενικά χαμηλότερη επί δύο εβδομάδες προ της ωορρηξίας. Στη συνέχεια αυξάνεται κατά 0.6 βαθμούς Κελσίου περίπου με την ωορρηξία και παραμένει σε αυτό το επίπεδο, έως ότου αρχίσει η εμμηνορρυσία.

Η κύηση και η δυσλειτουργία των ενδοκρινών αδένων, επηρεάζουν επίσης την θερμοκρασία του σώματος.

Η διαδικασία διατήρησης της θερμοκρασίας του σώματος, ανεξάρτητα από τις συνθήκες της θερμοκρασίας, που επικρατούν στο περιβάλλον, είναι σημαντική στο ανθρώπινο σώμα και υπάρχουν πολυάριθμοι ομοιοστατικοί μηχανισμοί, που περιλαμβάνουν το ρίγος κατά την έκθεση στο κρύο, την εφίδρωση σε συνθήκες καύσωνα, τις αντιδράσεις στη συμπεριφορά, όταν υπάρχει κρύο ή ζέστη.

Η αύξηση της θερμοκρασίας σε επίπεδα ανώτερα του φυσιολογικού, είναι πάντα παθολογικό φαινόμενο και οφείλεται είτε σε αδυναμία του σώματος να αποβάλει την πλεονάζουσα θερμότητα λόγω ανεπάρκειας των ομοιοστατικών του μηχανισμών είτε σε άνοδο του υποθαλαμικού σημείου ρύθμισης, βάσει του οποίου κινητοποιούνται οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί, λόγω ιατρικού νοσήματος.

Η παθολογική άνοδος της θερμοκρασίας στην πρώτη περίπτωση, αποκαλείται ιατρικώς υπερθερμία και στην δεύτερη περίπτωση πυρετός, στο παρόν άρθρο όμως, επειδή απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ο όρος πυρετός θα χρησιμοποιηθεί όπως είναι ευρύτερα γνωστός, δηλαδή για να περιγράψει την παθολογική αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, ανεξαρτήτως αιτιολογίας.

Ο πυρετός, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως κατά την επίθεση των μικροβίων, είναι συστατικό στοιχείο ενός αμυντικού συστήματος, το οποίο αμύνεται με επάρκεια. Η μεγάλη άνοδος της θερμοκρασίας ωστόσο, πάνω από 41 βαθμούς Κελσίου, καθώς και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, ο πυρετός, μπορεί να προκαλέσει οργανικές βλάβες.

Η παθολογική αδυναμία του σώματος να αποβάλει την πλεονάζουσα θερμότητα, μπορεί να είναι αποτέλεσμα υψηλών περιβαλλοντικών θερμοκρασιών, κόπωσης λόγω ηλικίας, αφυδάτωσης, άσκησης σε θερμό περιβάλλον, λήψης φαρμάκων ή χρήσης ουσιών, όπως αμφεταμινών, κοκαΐνης, λυσεργικού οξέως, σαλικυλικών, λιθίου, αντιχολινεργικών, συμπαθητικομιμητικών, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, αναστολέων ΜΑΟ, υπερθυρεοειδισμού, φαιοχρωμοκυτώματος, εγκεφαλικών βλαβών.

Η υπερθερμία είναι συστατικό στοιχείο του κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου μίας επικίνδυνης και σπάνιας παρενέργειας ορισμένων ψυχοφαρμάκων, που χαρακτηρίζεται από σύγχυση, μυϊκή δυσκαμψία, πνευμονική συμφόρηση, ακούσιες κινήσεις, άνοδο μυϊκών ενζύμων και πυρετό.

Η άνοδος της θερμοκρασίας μπορεί να οφείλεται σε ανύψωση του θερμορυθμιστικού κέντρου του υποθαλάμου από παράγοντες φλεγμονής. Κατά την διάρκεια μιας λοίμωξης για παράδειγμα εκλύονται πυρετογόνα, με άμεσο αποτέλεσμα την εκκίνηση της διαδικασίας ρύθμισης της κεντρικής θερμοκρασίας σε υψηλότερα επίπεδα από τον υποθάλαμο.

Στην παθογένεση του πυρετού στα λοιμώδη νοσήματα, σημαντικό ρόλο έχουν μικρές πρωτεΐνες, που ονομάζονται κυτοκίνες.

Οι κυτοκίνες όπως είναι οι ιντερλευκίνες, η ιντερφερόνη α και, ο παράγοντας νέκρωσης όγκων (TNF) ρυθμίζουν ανοσιακές και αιμοποιητικές διεργασίες και εκλύονται κατά την διάρκεια φλεγμονών. Τα ηλικιωμένα άτομα καθώς και τα άτομα που εξαιτίας συμπαρομαρτούντων νοσημάτων, εμφανίζουν πτώση του ανοσοποιητικού συστήματος, ενδέχεται να μην εμφανίσουν πυρετό ακόμη και κατά τη διάρκεια σοβαρών λοιμώξεων και πρέπει να βρίσκονται σε στενή παρακολούθηση κατά την διάρκεια των λοιμωδών νοσημάτων.

Επιπροσθέτως, ορισμένα φάρμακα, όπως τα κορτικοστεροειδή και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, όταν λαμβάνονται συστηματικώς, αλληλεπιδρούν με το ανοσολογικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού, με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλείται ελάττωση της ικανότητας του οργανισμού να ανεβάζει πυρετό, ακόμη και επί σοβαρών λοιμώξεων.

Εκτός από τις λοιμώξεις, που είναι το πιο κοινό αίτιο πυρετού, υπάρχει μια ποικιλία καταστάσεων, που ενδέχεται να εμφανίσουν πυρετό. Ο κατάλογος είναι μακρύς και περιλαμβάνει εγκεφαλικά νοσήματα, καρκινώματα, πνευμονική εμβολή, καρδιαγγειακά νοσήματα, λοιμώδεις και μη λοιμώδεις ηπατίτιδες, μεσογειακό πυρετό, σαρκοείδωση, χρήση ορισμένων φαρμάκων και ουσιών, αυτοάνοσα νοσήματα, παθήσεις ενδοκρινών αδένων.