Αιθανόλη – Φαρμακοκινητική και Μηχανισμοί Δράσης

Η αιθανόλη καταναλώνεται με την μορφή οινοπνευματωδών ποτών γιά λόγους ευφορίας. Η περιεκτικότητα των οινοπνευματωδών σε αιθανόλη εκφράζεται σε όγκους επί τοις εκατό ή σε βαθμούς proof που είναι διπλάσιοι της περιεκτικότητας κατ΄όγκον.

Το οινόπνευμα απαντάται εκτός από τα οινοπνευματώδη και σε άλλα προιόντα, συχνά σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις (50-99%) όπως αρώματα και αντισηπτικά, ουσίες που ευθύνονται γιά δηλητηρίαση από οινόπνευμα σε παιδιά.

Η αιθανόλη απορροφάται ταχέως από το πεπτικό και ενώ η απορρόφησή της επιταχύνεται επί παρουσίας νερού, επιβραδύνεται κυρίως από την ύπαρξη τροφής υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος. Επηρεάζεται επίσης από το είδος του ποτού και τη συγκέντρωσή του σε οινόπνευμα.

Μέγιστα επίπεδα στο αίμα παρατηρούνται μετά από 30-60 λεπτά, από τη λήψη με άδειο στομάχι. Γιά δεδομένη δόση οινοπνεύματος, οι γυναίκες εμφανίζουν μεγαλύτερη συγκέντρωση αιθανόλης στο αίμα, ίσως λόγω λιγότερο έντονου φαινομένου πρώτης διόδου από το ήπαρ και λόγω μειωμένης δραστηριότητας της αλκοολικής δευδρογονάσης στον γαστρικό βλεννογόνο.

Η αιθανόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ ενώ λιγότερο από 10% αποβάλλεται αναλλοίωτη απο τους πνεύμονες, νεφρούς, δέρμα και κόπρανα και διαχέεται σε όλα τα υγρά του σώματος, ενώ διαπερνά τον αιματεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα.


Στον μεταβολισμό της συμμετέχουν τρία ενζυμικά συστήματα: η αλκοολική δευδρογονάση, το μικροσωμιακό οξειδωτικό σύστημα της αιθανόλης και η καταλάση. Η αλκοολική αφυδρογονάση είναι το σημαντικότερο από τα τρία ένζυμα.

Η ακεταλδεύδη που παράγεται διά της οδού αυτής είναι από τους βασικούς υπεύθυνους των τοξικών επιδράσεων του οινοπνεύματος. Η ταυτόχρονη αύξηση του λόγου NADH / NAD+ μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναστολή διαδικασιών που απαιτούν NAD+, όπως η νεογλυκογένεση.

Το τελικό προιόν αυτής της οδού είναι το οξεικό οξύ, που μετατρέπεται σε ακετυλο-CoA, το οποίο στη συνέχεια εισέρχεται στον κύκλο του Krebs ή χρησιμοποιείται γιά σύνθεση λιπαρών οξέων ή κετονοσωμάτων.

Το μικροσωμιακό ενζυμικό σύστημα ενεργοποιείται σε υψηλά επίπεδα αιθανόλης καθώς και σε χρόνιους αλκοολικούς. Η καταλάση, ένζυμο που βρίσκεται στα ηπατικά υπεροξεισώματα, έχει μάλλον περιορισμένο ρόλο στον καταβολισμό της αιθανόλης.

Γενετικές διαφορές στη δραστηριότητα της αλκοολικής δευδρογονάσης αποτελούν την αιτία της εγγενούς ανοχής ορισμένων ατόμων στην αιθανόλη.

H απομάκρυνση του οινοπνεύματος γίνεται με κινητική μηδενικής τάξης (σταθερός ρυθμός) σε πιό χαμηλά επίπεδα αιθανόλης και με κινητική πρώτης τάξης (η απομάκρυνση του φαρμάκου είναι ανάλογη της συγκέντρωσής του) σε υψηλότερα επίπεδα, ιδίως σε χρόνιους αλκοολικούς.

Το μικροσωμιακό σύστημα συμβάλλει στην αυξημένη απομάκρυνση σε υψηλά επίπεδα αιθανόλης. Ο ρυθμός απομάκρυνσης εμφανίζει μεγάλες ατομικές διακυμάνσεις (από 9- 36 mg / dl / h), με τις υψηλότερες τιμές να αφορούν χρόνιους αλκοολικούς.

Η φαρμακολογική δράση της αιθανόλης οφείλεται, τουλάχιστον κατά μέρος, σε τροποποίηση της λιπιδιακής διπλοστιβάδας της κυτταρικής μεμβράνης, ενώ δεν έχει βρεθεί ειδικός κυτταρικός υποδοχέας. Πάντως γιά τον ακριβή μηχανισμό δράσης δεν υπάρχει ομοφωνία, ενώ έχουν ενοχοποιηθεί τα παρακάτω :

  • Μεταβολές στα ενδοκυττάρια επίπεδα ασβεστίου και στη διακίνηση ασβεστίου στα κύτταρα.
  • Τοξική επίδραση του οξεικού οξέος, που είναι ο μείζων μεταβολίτης της αιθανόλης. Το οξεικό οξύ έχει δειχθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα αδενοσίνης στο ΚΝΣ, ενώ πιθανώς αυξάνει και τα ενδοκυττάρια επίπεδα ασβεστίου.
  • Ενίσχυση της δραστηριότητας του ανασταλτικού υποδοχέα της αιθανόλης.
  • Πιθανό να συμβάλλουν επίσης μεταβολές σε άλλους νευρομεταβιβαστές, στη διακίνηση ηλεκτρολυτών και στην εγκεφαλική αιματική ροή.

Ο έλεγχος γιά κατανάλωση αιθανόλης μπορεί να γίνει με:

  • Ανίχνευση οινοπνεύματος στον εκπνεόμενο αέρα (alcotest). Πρόκειται γιά αδρή ημιποσοτική εκτίμηση.
  • Ποσοτικό προσδιορισμό των επιπέδων αιθανόλης στα βιολογικά υγρά (αίμα, ούρα, πτωματικό υλικό), ο οποίος γίνεται με διάχυση, απόσταξη και αεριοχρωματογραφία.

Οξεία Μέθη. Κλινική Εικόνα και Διάγνωση

Η οξεία μέθη χαρακτηρίζεται από διαταραχές μνήμης, κρίσης, προσανατολισμού, συνέργειας κινήσεων (ιδίως λεπτών και επιτήδειων κινήσεων), ενώ επηρεάζεται η ομιλία και επιβραδύνονται οι αντιδράσεις. Σε πολύ υψηλά επίπεδα το οινόπνευμα λειτουργεί ως αναισθητικό προκαλώντας καταστολή του ΚΝΣ, δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού (υπόταση, υποθερμία) και κώμα.

Το αναπνευστικό κέντρο καταστέλλεται και εμφανίζεται υποαερισμός και αναπνευστική οξέωση.

Τα δερματικά αγγεία διαστέλλονται και η εφίδρωση αυξάνει, γεγονός που ευνοεί την εμφάνιση υποθερμίας. Παρατηρείται καταστολή της έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης, με αποτέλεσμα έντονη διούρηση, που σε συνδυασμό με έντονους εμέτους είναι δυνατό να προκαλέσει υποογκαιμία.

Δυνατό να προκληθεί, επίσης, λόγω των εμέτων υποκαλιαιμική υποχλωριαιμική αλκάλωση.

Η έντονη διούρηση συνοδεύεται από απώλειες φωσφόρου και μαγνησίου. Συχνά σε βαρείς πότες τα αποθέματα γλυκαγόνου είναι οριακά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η αναστολή της ηπατικής γλυκονεογένεσης από την αιθανόλη ευνοεί την εμφάνιση υπογλυκαιμίας.

Αλκοολική κετοξέωση παρατηρείται κυρίως σε χρόνιους αλκοολικούς. Μία άλλη επιπλοκή της οξείας μέθης είναι η πρόκληση γαστρίτιδας. Θάνατος από οξεία μέθη είναι συνήθως αποτέλεσμα εισρόφησης ή καταστολής της αναπνοής.

Φαρμακολογικές δράσεις της αιθανόλης μπορούν να εμφανιστούν ήδη σε χαμηλά επίπεδα οινοπνεύματος. Οι συνέπειες από την οξεία κατανάλωση οινοπνεύματος βρίσκονται σε αδρή σχέση με τα επίπεδα στο αίμα. Παρατηρούνται ωστόσο σημαντικές ατομικές διαφοροποιήσεις καθώς

  • η χρόνια χρήση οινοπνεύματος οδηγεί σε επίκτητη ανοχή και
  • ορισμένα άτομα εμφανίζουν εγγενή ανοχή στο οινόπνευμα.

Πάντως πάνω από 50% των ενηλίκων είναι εμφανώς μεθυσμένοι σε επίπεδα οινοπνεύματος >150 mg / dl. Εξάλλου, επί ταυτόχρονης λήψης φαρμάκων ή άλλων ουσιών, μπορούν λόγω συνέργειας να εμφανιστούν συνέπειες σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα οινοπνεύματος.

Τα κατά τον νόμο επιτρεπτά επίπεδα οινοπνεύματος σε οδηγούς ποικίλουν πολύ από χώρα σε χώρα (από 20-100 mg / dl). Όσον αφορά στα επίπεδα κατανάλωσης οινοπνεύματος και στη σχέση τους με την συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα, μία αδρή προσέγγιση είναι να θεωρήσει κανείς ότι 1 mg / kg βάρους αιθανόλης δημιουργεί επίπεδα 100 mg / dl δύο ώρες μετά τη λήψη.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σε άτομα με προβληματική σχέση με το οινόπνευμα, η εμφάνιση κώματος ή η διαταραχή του επιπέδου συνειδήσεως, δεν οφείλεται απαραίτητα σε οξεία μέθη από αιθανόλη.

Σε άτομα που διακομίζονται σε κωματώδη κατάσταση, λαμβάνονται πληροφορίες και ιστορικό από τους συνοδούς και από πιθανούς μάρτυρες. H απόπνοια οινοπνεύματος που είναι παρούσα κατά κανόνα, αποτελεί χρήσιμη ένδειξη. Πάντως ορισμένα οινοπνευματώδη όπως η βότκα δεν συνοδεύονται από απόπνοια οινοπνεύματος.

Σε άτομα που διακομίζονται σε κωματώδη κατάσταση γίνεται λεπτομερής νευρολογική εξέταση και εκτίμηση του βάθους του κώματος.

Ο έλεγχος των ζωτικών σημείων πρέπει να περιλαμβάνει και θερμομέτρηση από το ορθό γιά το ενδεχόμενο υποθερμίας. Οι εξετάσεις που πρέπει να γίνονται περιλαμβάνουν γενική αίματος, αέρια αίματος, σάκχαρο, ουρία, κρεατινίνη, ηπατική βιολογία, χρόνο προθρομβίνης, ηλεκτρολύτες (περιλαμβανόμενου μαγνησίου, ασβεστίου και φωσφόρου) γενική ούρων και ΗΚΓράφημα.

Απαραίτητη είναι επίσης η ακτινογραφία θώρακα, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί CT εγκεφάλου ή ακτινολογικός έλεγχος γιά σκελετικές κακώσεις. Χρήσιμες πληροφορίες μπορεί να δώσει η μέτρηση επιπέδων αιθανόλης στο αίμα (κώμα από αιθανόλη είναι σπάνιο σε επίπεδα αιθανόλης < 200 mg / dl).

Η ανεύρεση αυξημένου χάσματος ανιόντος ή αυξημένου ωσμωτικού χάσματος πρέπει να στρέφει προς την διάγνωση προς την κατεύθυνση δηλητηρίασης με άλλες αλκοόλες πλην της αιθανόλης. Η αύξηση του ωσμωτικού χάσματος είναι πιό ευαίσθητη και πιό ειδική από την αύξηση του χάσματος ανιόντων που μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλες καταστάσεις (πχ αλκοολική κετοξέωση).

Όταν πιθανολογείται λήψη και άλλων ουσιών ή φαρμάκων επιβάλλεται τοξικολογικός έλεγχος αίματος και ούρων. Η παρουσία οξείας μέθης χωρίς άλλες επιπλοκές επιβεβαιώνεται από την πορεία του ασθενούς. Σε δηλητηρίαση από αιθανόλη αναμένεται μία συνεχής βελτίωση του επιπέδου συνείδησης τις αμέσως επόμενες ώρες.