Το κοινό κρυολόγημα είναι ο τυπικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγραφεί μια ιογενής λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού. Είναι ήπιο με απότομη έναρξη και βραχεία πορεία, αυτοπεριοριζόμενο και σπάνια προκαλεί σοβαρές επιπλοκές.

Σύμφωνα με τη μελέτη των Tolan και Nquyen et.al. (2007), τουλάχιστον επτά διαφορετικές οικογένειες ιών εμπλέκονται στο κοινό κρυολόγημα. Παρόλα αυτά, ο πιο συχνός είναι ο ρινοϊός. Ένα άλλο συμπέρασμα της εν λόγω μελέτης είναι ότι το κοινό κρυολόγημα είναι ευρέως διαδεδομένο σε όλους τους τομείς του πληθυσμού.

Είναι περισσότερο συχνό στα παιδιά, ενώ οι ενήλικες εμφανίζουν κατά μέσο όρο 2-4 κρυολογήματα κάθε χρόνο.

Επιπλέον, στη μελέτη αναφέρεται ότι ο ιός μπορεί να μεταδοθεί μέσω αερολύματος ή άμεσης επαφής. Συγκεκριμένα, όταν κάποιος έχει κρυολόγημα, η μύτη του που 'τρέχει' είναι γεμάτη από ιούς. Το φτέρνισμα, καθώς και το φύσημα της μύτης διαδίδουν τον ιό.

Επομένως, το πρωτεύον σημείο εισαγωγής του νοσογόνου παράγοντα είναι ο ρινικός βλεννογόνος υμένας, όπου ο ιός προσκολλάται στο αναπνευστικό επιθήλιο και διαδίδεται τοπικά.

Συμπτώματα

Στις ενδείξεις και τα συμπτώματα του κοινού κρυολογήματος μπορεί να περιλαμβάνονται:

  • Μύτη που τρέχει/ βουλωμένη μύτη: Οι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν μύτη που τρέχει (ρινόρροια). Πρόκειται αρχικά για καθαρό υδατώδες υγρό, το οποίο στη συνέχεια ακολουθείται από την παραγωγή πιο πηκτής και πιο κολλώδους βλέννας (κίτρινης ή πράσινης). Η ρινική συμφόρηση εμφανίζεται λόγω διαστολής των αιμοφόρων αγγείων, η οποία οδηγεί σε πρήξιμο των εσωτερικών επιφανειών της μύτης. Η διαστολή αυτή στενεύει τις ρινικές διόδους, οι οποίες φράσσονται ακόμα περισσότερο από την αυξημένη παραγωγή βλέννας.
  • Φτέρνισμα: εμφανίζεται λόγω ερεθισμού και απόφραξης των ρινικών διόδων.
  • Βήχας: πρόκειται για προστατευτική αντανακλαστική ενέργεια που προκαλείται όταν η αεροφόρος οδός ερεθίζεται ή φράσσεται. Σκοπός του είναι να καθαρίσει την αεροφόρο οδό έτσι ώστε η αναπνοή να μπορεί να συνεχιστεί φυσιολογικά. Υπάρχουν δύο είδη βήχα: ο παραγωγικός όπου παράγονται πτύελα και ο μη παραγωγικός, όπου δεν υπάρχουν πτύελα. Η παραγωγή των πτυέλων είναι, βέβαια, φυσιολογική αλλά όταν υπάρχει υπερβολική έκκριση, τότε εμφανίζεται βήχας. Η υπερβολική έκκριση μπορεί να προκληθεί από ερεθισμό των αεροφόρων οδών λόγω λοίμωξης, αλλεργίας ή όταν τα μαστίγια δεν λειτουργούν σωστά. Επιπλέον, τα άχρωμα πτύελα (δεν είναι μολυσμένα) σημαίνουν ότι δεν υπάρχει κάποια μόλυνση και είναι γνωστά ως βλεννώδη, ενώ τα χρωματιστά πτύελα μπορεί να αποτελούν ένδειξη λοίμωξης του θώρακα όπως βρογχίτιδα ή πνευμονία και απαιτούν παραπομπή στο γιατρό.
  • Πονόλαιμος: πρόκειται συχνά για το πρώτο σύμπτωμα.
  • Πόνοι και πονοκέφαλος: πονοκέφαλοι μπορεί να εμφανιστούν λόγω φλεγμονής και συμφόρησης των ρινικών διόδων και ιγμόρειων.
  • Πυρετός: συνήθως απουσιάζει αλλά χαμηλός πυρετός (κάτω των 38o C) υπάρχει κάποιες φορές. Παρόλα αυτά, αυτό που κάνει το κρυολόγημα να διαφέρει από τις άλλες ιογενείς λοιμώξεις είναι ότι γενικά δεν πρόκειται να εμφανίσει υψηλό πυρετό.

Τα συμπτώματα του κοινού κρυολογήματος εκδηλώνονται σταδιακά και εμφανίζονται συνήθως 1-3 ημέρες μετά την έκθεση σε πηγή μόλυνσης. Το πρώτο σημάδι είναι ένα αίσθημα καψίματος στη μύτη ή το λαιμό, το οποίο μέσα σε ώρες ακολουθείται από φτέρνισμα και υδατώδη ρινική εκκένωση.

Τα συμπτώματα του κοινού κρυολογήματος διαρκούν συνήθως 7-14 ημέρες.

Επιπλοκές κρυολογήματος

Προτού επιλέξετε την κατάλληλη θεραπεία, είναι σημαντικό να εξετάσετε την παρουσία οποιασδήποτε επιπλοκής. Τα κρυολογήματα συχνά καλυτερεύουν μέσα σε λίγες ημέρες έως εβδομάδες, ανεξάρτητα του αν θα πάρετε ή όχι φάρμακο. Παρόλα αυτά, ένας ιός κρυολογήματος μπορεί να προετοιμάσει το δρόμο για την εισβολή άλλων λοιμώξεων στο σώμα.

Στους ενήλικες και τα μεγαλύτερα παιδιά, οι λοιμώξεις της κατώτερης αναπνευστικής οδού, καθώς και η ιγμορίτιδα είναι οι συχνότερες επιπλοκές. Σε ότι αφορά στην ιγμορίτιδα, τα χαρακτηριστικά της είναι ρινική συμφόρηση και πόνος στο πρόσωπο.

Σε ένα κρυολόγημα, οι εσωτερικές επιφάνειες των ιγμόρειων ερεθίζονται και πρήζονται και προκαλούν καταρροή. Οι απεκκρίσεις διοχετεύονται στη ρινική κοιλότητα. Εάν η δίοδος παροχέτευσης φράξει, τα υγρά συσσωρεύονται στο ιγμόρειο και μπορεί να μολυνθούν δευτεροπαθώς (βακτηριακά), οδηγώντας σε ιγμορίτιδα.

Στα νεότερα παιδιά, η οξεία μέση ωτίτιδα αποτελεί τη συχνότερη επιπλοκή. Αυτό εξηγείται από την απόφραξη της ευσταχιανής σάλπιγγας, η οποία συνδέει το μέσο ους με το πίσω μέρος της ρινικής κοιλότητας. Επομένως, μπορεί να αισθάνεστε το αυτί βουλωμένο.

Επιπλέον, τα μωρά διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο βρογχιολίτιδας και πνευμονίας.

Είναι, επίσης, σημαντικό να γνωρίζετε ότι το άσθμα μπορεί να επιδεινωθεί και να εμφανιστεί ως οξύς παροξυσμός σε άτομα που είναι επιρρεπή στη νόσο. Για το λόγο αυτό, τα περισσότερα άτομα που πάσχουν από άσθμα μαθαίνουν να ξεκινούν ή να αυξάνουν τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή τους προκειμένου να αποτρέψουν μια τέτοια εμφάνιση.

Επιπροσθέτως, στα άτομα με ιστορικό χρόνιας βρογχίτιδας μπορεί να συστηθεί να επισκεφθούν το γιατρό τους εάν υποφέρουν από άσχημο κρυολόγημα ή λοίμωξη που μοιάζει με γρίπη, καθώς εμφανίζονται συχνά επιπλοκές από δευτεροπαθείς λοιμώξεις του θώρακα.

Διάκριση μεταξύ κρυολογήματος και γρίπης μπορεί να χρειαστεί προκειμένου να ληφθεί μια απόφαση σχετικά με την παραπομπή των ασθενών για θεραπεία. Η γρίπη θεωρείται, σε γενικές γραμμές, πιθανή εάν: η θερμοκρασία είναι 38o C ή παραπάνω, παρατηρείται τουλάχιστον ένα αναπνευστικό σύμπτωμα (βήχας, πονόλαιμος, ρινική συμφόρηση ή ρινόρροια) και παρατηρείται τουλάχιστον ένα ιδιοσυστατικό σύμπτωμα (πονοκέφαλος, αδιαθεσία, μυαλγία, εφιδρώσεις/ ρίγη, κατάπτωση).

Η γρίπη συχνά ξεκινά απότομα με εφιδρώσεις και ρίγη, μυϊκά άλγη και πόνους στα άκρα, ξηρό πονόλαιμο, βήχα και υψηλή θερμοκρασία.